top of page

ΒΑΠΤΙΣΤΙΚΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΗΣ ΤΟΥ 1689

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ

1. Η Αγία Γραφή είναι ο μόνος επαρκής, βέβαιος και αλάθητος κανόνας για κάθε σωτήρια γνώση, πίστη και υπακοή.¹ Το φως της φύσης και τα έργα της κτίσης και της πρόνοιας αποδεικνύουν τόσο καθαρά την καλοσύνη, τη σοφία και τη δύναμη του Θεού, ώστε οι άνθρωποι να μην έχουν καμία δικαιολογία· όμως αυτές οι αποδείξεις δεν επαρκούν για να δώσουν τη γνώση του Θεού και του θελήματός Του που είναι απαραίτητη για σωτηρία.² Γι’ αυτό, ο Κύριος ευαρεστήθηκε να αποκαλύψει τον εαυτό Του και να δηλώσει το θέλημά Του στην εκκλησία Του, σε διάφορους καιρούς και με διάφορους τρόπους.³ Για να διαφυλάξει και να διαδώσει καλύτερα την αλήθεια, και για να στερεώσει και να παρηγορήσει με μεγαλύτερη βεβαιότητα την εκκλησία απέναντι στη διαφθορά της σάρκας και την κακία του Σατανά και του κόσμου, ο Κύριος κατέγραψε πλήρως αυτή την αποκάλυψη. Γι’ αυτό, η Αγία Γραφή είναι απόλυτα απαραίτητη, καθώς οι προηγούμενοι τρόποι του Θεού να αποκαλύψει το θέλημά Του στον λαό Του έχουν πλέον παύσει.⁴

1. Β΄ Τιμόθεον 3:15-17· Ησαΐας 8:20· Λουκάν 16:29, 31· Εφεσίους 2:20
2. Ρωμαίους 1:19-21· Ρωμαίους 2:14-15· Ψαλμοί 19:1-3
3. Εβραίους 1:1
4. Παροιμίες 22:19-21· Ρωμαίους 15:4· Β΄ Πέτρου 1:19-20

2. Η Αγία Γραφή, δηλαδή ο γραπτός Λόγος του Θεού, αποτελείται από όλα τα βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Αυτά είναι:

ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

Γένεση, 'Εξοδος, Λευϊτικό, Αριθμοί, Δευτερονόμιο, Ιησούς του Ναυή, Κριτές, Ρουθ, Α΄ Σαμουήλ, Β΄ Σαμουήλ, Α΄ Βασιλέων, Β΄ Βασιλέων, Α΄ Χρονικών, Β΄ Χρονικών, Εσδράς, Νεεμίας, Εσθήρ, Ιώβ, Ψαλμοί, Παροιμίες, Εκκλησιαστής, Άσμα Ασμάτων, Ησαΐας, Ιερεμίας, Θρήνοι, Ιεζεκιήλ, Δανιήλ, Ωσηέ, Ιωήλ, Αμώς, Αβδιού, Ιωνάς, Μιχαίας, Ναούμ, Αββακούμ, Σοφονίας, Αγγαίος, Ζαχαρίας, Μαλαχίας

ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

Ματθαίον, Μάρκον, Λουκάν, Ιωάννην, Πράξεις των Αποστόλων, Ρωμαίους, Α΄ Κορινθίους, Β΄ Κορινθίους, Γαλάτες, Εφεσίους, Φιλιππησίους, Κολοσσαείς, Α΄ Θεσσαλονικείς, Β΄ Θεσσαλονικείς, Α΄ Τιμόθεον, Β΄ Τιμόθεον, Τίτον, Φιλήμονα, Εβραίους, Ιακώβου, Α΄ Πέτρου, Β΄ Πέτρου, Α΄ Ιωάννη, Β΄ Ιωάννη, Γ΄ Ιωάννη, Ιούδα, Αποκάλυψη του Ιωάννη

 

Όλα αυτά έχουν δοθεί με την έμπνευση του Θεού, ώστε να αποτελούν τον κανόνα της πίστης και της ζωής.⁵

5. Β΄ Τιμόθεον 3:16

 

 

3. Τα βιβλία που κοινώς αποκαλούνται Απόκρυφα, επειδή δεν έχουν δοθεί με έμπνευση του Θεού, δεν αποτελούν μέρος του κανόνα της Αγίας Γραφής. Γι’ αυτό δεν έχουν καμία αυθεντία στην Εκκλησία του Θεού και δεν πρέπει να αναγνωρίζονται ούτε να χρησιμοποιούνται με οποιονδήποτε τρόπο διαφορετικό από άλλα ανθρώπινα γραπτά.⁶

6. Λουκάν 24:27, 44· Ρωμαίους 3:2

 

 

4. Η αυθεντία της Αγίας Γραφής επιβάλλει την πίστη σε αυτήν. Η αυθεντία αυτή δεν εξαρτάται από τη μαρτυρία κανενός ανθρώπου ή καμίας εκκλησίας, αλλά αποκλειστικά από τον Θεό, τον συγγραφέα της, ο οποίος είναι η ίδια η αλήθεια. Γι’ αυτό η Αγία Γραφή πρέπει να γίνεται δεκτή επειδή είναι ο Λόγος του Θεού.⁷

7. Β΄ Πέτρου 1:19-21· Β΄ Τιμόθεον 3:16· Α΄ Θεσσαλονικείς 2:13· 1 John 5:9

 

 

5. Η μαρτυρία της εκκλησίας του Θεού μπορεί να μας κινήσει και να μας πείσει να έχουμε υψηλό και ευλαβικό σεβασμό προς την Αγία Γραφή. Επιπλέον, η ουράνια ποιότητα του περιεχομένου της, η δύναμη της διδασκαλίας της, η μεγαλοπρέπεια του ύφους, η συμφωνία όλων των μερών, ο κεντρικός της σκοπός που είναι να αποδίδεται όλη η δόξα στον Θεό, η πλήρης αποκάλυψη της μοναδικής οδού σωτηρίας, καθώς και πολλές άλλες ασύγκριτες αρετές και πλήρεις τελειότητές της, αποτελούν άφθονες αποδείξεις ότι η Αγία Γραφή είναι ο Λόγος του Θεού. Παρ’ όλα αυτά, η πλήρης πεποίθηση και βεβαιότητά μας για την αλάθητη αλήθεια και τη θεία αυθεντία της Αγίας Γραφής προέρχεται από το εσωτερικό έργο του Αγίου Πνεύματος, το οποίο δίνει μαρτυρία με και διά του Λόγου μέσα στις καρδιές μας.⁸

8. Ιωάννην 16:13-14· Α΄ Κορινθίους 2:10-12· Α΄ Ιωάννη 2:20, 27

 

 

6. Ολόκληρη η βουλή του Θεού σχετικά με καθετί που είναι απαραίτητο για τη δική Του δόξα και για τη σωτηρία του ανθρώπου, την πίστη και τη ζωή του, είτε διατυπώνεται ρητά είτε περιέχεται κατ’ αναγκαίο συμπέρασμα στην Αγία Γραφή. Σε αυτήν δεν πρέπει ποτέ να προστεθεί τίποτε, ούτε μέσω νέας αποκάλυψης του Πνεύματος ούτε μέσω ανθρώπινων παραδόσεων.⁹ Ωστόσο, αναγνωρίζουμε ότι η εσωτερική φώτιση του Πνεύματος του Θεού είναι αναγκαία για τη σωτήρια κατανόηση όσων αποκαλύπτονται στον Λόγο.¹⁰ Επίσης, αναγνωρίζουμε ότι ορισμένες περιστάσεις που αφορούν τη λατρεία του Θεού και τη διοίκηση της εκκλησίας, οι οποίες είναι κοινές στις ανθρώπινες ενέργειες και κοινωνίες, πρέπει να ρυθμίζονται με βάση το φως της φύσης και τη χριστιανική φρόνηση, σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες του Λόγου, οι οποίοι οφείλουν πάντοτε να τηρούνται.¹¹

9. Β΄ Τιμόθεον 3:15-17· Γαλάτες 1:8-9
10. Ιωάννην 6:45· Α΄ Κορινθίους 2:9-12
11. Α΄ Κορινθίους 11:13-14· Α΄ Κορινθίους 14:26,40

7. Ορισμένα πράγματα στην Αγία Γραφή δεν είναι εξίσου σαφή από μόνα τους, ούτε είναι το ίδιο κατανοητά σε όλους.¹² Ωστόσο, όσα είναι αναγκαία να γνωρίζονται, να πιστεύονται και να τηρούνται για τη σωτηρία, παρουσιάζονται και εξηγούνται με τόση σαφήνεια σε κάποιο μέρος της Γραφής, ώστε τόσο οι μορφωμένοι όσο και οι αμόρφωτοι μπορούν, με τη σωστή χρήση των συνήθων μέσων, να φτάσουν σε επαρκή κατανόησή τους.¹³

12. Β΄ Πέτρου 3:16
13. Ψαλμοί 19:7· Ψαλμοί 119:130

 

 

8. Η Παλαιά Διαθήκη γράφτηκε στα Εβραϊκά, τη μητρική γλώσσα του αρχαίου λαού του Θεού.¹⁴ Η Καινή Διαθήκη γράφτηκε στα Ελληνικά, τα οποία κατά τον χρόνο της συγγραφής της ήταν η πιο διαδεδομένη γλώσσα ανάμεσα στα έθνη. Οι Διαθήκες αυτές έχουν δοθεί με άμεση έμπνευση από τον Θεό και, με τη μοναδική Του φροντίδα και πρόνοια, διατηρήθηκαν καθαρές μέσα στους αιώνες. Γι’ αυτό είναι αυθεντικές και έγκυρες, ώστε σε κάθε θρησκευτική διαμάχη η εκκλησία να καταφεύγει τελικά σε αυτές.¹⁵ Ολόκληρος ο λαός του Θεού έχει δικαίωμα και μερίδιο στην Γραφή και έχει εντολή, με φόβο Θεού, να τις διαβάζει¹⁶ και να τις ερευνά.¹⁷ Επειδή όμως οι αρχικές αυτές γλώσσες δεν είναι γνωστές σε όλους, η Αγία Γραφή πρέπει να μεταφράζεται στη γλώσσα που κατανοεί κάθε έθνος στο οποίο φτάνει.¹⁸ Έτσι ο Λόγος του Θεού μπορεί να κατοικεί πλούσια μέσα σε όλους, ώστε να λατρεύουν τον Θεό με τρόπο ευάρεστο και, μέσω της υπομονής και της παρηγοριάς της Γραφής, να έχουν ελπίδα.¹⁹

14. Ρωμαίους 3:2
15. Ησαΐας 8:20
16. Πράξεις 15:15
17. Ιωάννην 5:39
18. Α΄ Κορινθίους 14:6, 9, 11-12, 24, 28
19. Κολοσσαείς 3:16

 

 

9. Ο αλάθητος κανόνας για την ερμηνεία της Αγίας Γραφής είναι η ίδια η Αγία Γραφή. Επομένως, όταν προκύπτει ζήτημα σχετικά με το αληθινό και πλήρες νόημα οποιουδήποτε χωρίου της Γραφής (το οποίο δεν είναι πολλαπλό αλλά ένα και μόνο), αυτό πρέπει να ερμηνεύεται με βάση άλλα χωρία που μιλούν πιο καθαρά.²⁰

20. Β΄ Πέτρου 1:20-21· Πράξεις 15:15-16

 

 

10. Ο ύψιστος κριτής για την επίλυση όλων των θρησκευτικών διαφωνιών και για την αξιολόγηση όλων των αποφάσεων συνόδων, απόψεων αρχαίων συγγραφέων, ανθρώπινων διδασκαλιών και ατομικών ερμηνειών, και στη κρίση του οποίου πρέπει να βασιζόμαστε, δεν είναι άλλος από την Αγία Γραφή που παραδόθηκε από το Πνεύμα. Σε αυτήν την Γραφή η πίστη μας τελικά καθορίζεται.²¹

21. Ματθαίον 22:29, 31-32· Εφεσίους 2:20· Πράξεις 28:23

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2. ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΑΣ

1. Ο Κύριος ο Θεός μας είναι ένας, ο μόνος ζωντανός και αληθινός Θεός.¹ Είναι αυθύπαρκτος² και άπειρος σε ύπαρξη και τελειότητα. Η ουσία Του δεν μπορεί να γίνει κατανοητή από κανέναν εκτός από τον Ίδιο.³ Είναι πνεύμα απόλυτα αγνό.⁴ Είναι αόρατος, χωρίς σώμα, μέρη ή μεταβαλλόμενα πάθη. Μόνος Αυτός έχει αθανασία, κατοικεί στο φως στο οποίο κανείς δεν μπορεί να πλησιάσει.⁵ Είναι αμετάβλητος,⁶ απέραντος,⁷ αιώνιος,⁸ ανεξιχνίαστος, παντοδύναμος,⁹ σε κάθε τρόπο άπειρος, απόλυτα άγιος,¹⁰ υπέρτατα σοφός, εντελώς ελεύθερος, εντελώς απόλυτος. Ενεργεί τα πάντα σύμφωνα με τη βουλή της δικής Του αμετάβλητης και απόλυτα δίκαιης θέλησης¹¹ για τη δική Του δόξα.¹² Είναι πολυάγαθος, ελεήμονας. ευσπλαχνικός και μακρόθυμος. Ξεχειλίζει από αγαθότητα και αλήθεια, συγχωρώντας την ανομία, την παράβαση και την αμαρτία, και ανταμείβει εκείνους που Τον αναζητούν με επιμέλεια.¹³ Ταυτόχρονα, είναι απόλυτα δίκαιος και φοβερός στις κρίσεις Του.¹⁴ Μισεί κάθε αμαρτία¹⁵ και σε καμία περίπτωση δεν θα αθωώσει τον ένοχο.¹⁶

1. Α΄ Κορινθίους 8:4, 6· Δευτερονόμιο 6:4
2. Ιερεμίας 10:10· Ησαΐας 48:12
3. Έξοδος 3:14
4. Ιωάννην 4:24
5. Α΄ Τιμόθεον 1:17· Δευτερονόμιο 4:15-16
6. Μαλαχίας 3:6
7. Α΄ Βασιλέων 8:27· Ιερεμίας 23:23
8. Ψαλμοί 90:2
9. Γένεση 17:1
10. Ησαΐας 6:3
11. Ψαλμοί 115:3· Ησαΐας 46:10
12. Παροιμίες 16:4· Ρωμαίους 11:36
13. Έξοδος 34:6-7· Εβραίους 11:6
14. Νεεμίας 9:32-33
15. Ψαλμοί 5:5-6
16. Έξοδος 34:7· Ναούμ 1:2-3


2. Ο Θεός έχει όλη τη ζωή,¹⁷ τη δόξα,¹⁸ την αγαθότητα¹⁹ και την μακαριότητα στον εαυτό Του· μόνος Αυτός είναι απόλυτα επαρκής. Δεν έχει ανάγκη κανενός κτίσματος που έχει δημιουργήσει, ούτε αντλεί δόξα από αυτά.²⁰ Αντιθέτως, φανερώνει τη δική Του δόξα μέσα από αυτά, δια μέσου αυτών, προς αυτά και επάνω σε αυτά. Είναι μόνος Του η πηγή κάθε ύπαρξης, και όλα τα πράγματα είναι από Αυτόν, διαμέσου Του και προς Αυτόν.²¹ Έχει απόλυτη κυριαρχία πάνω σε όλα τα κτίσματα, ώστε να ενεργεί διαμέσου τους, για αυτά ή επάνω τους, όπως Τον ευχαριστεί.²² Στα μάτια Του όλα είναι ανοιχτά και ορατά.²³ Η γνώση Του είναι άπειρη και αλάθητη· δεν εξαρτάται από κανένα δημιούργημα, οπότε για Αυτόν τίποτα δεν είναι απρόοπτο ή αβέβαιο.²⁴ Είναι απόλυτα άγιος σε όλα τα σχέδιά Του, σε όλα τα έργα Του²⁵ και σε όλες τις εντολές Του. Οι άγγελοι και οι άνθρωποι Του οφείλουν όλη τη λατρεία,²⁶ τη υπηρεσία και την υπακοή που τα δημιουργήματα οφείλουν στον Δημιουργό, καθώς και ό,τι άλλο Αυτός ευαρεστείται να απαιτήσει από αυτούς.

17. Ιωάννην 5:26
18. Ψαλμοί 148:13
19. Ψαλμοί 119:68
20. Ιώβ 22:2-3
21. Ρωμαίους 11:34-36
22. Δανιήλ 4:25, 34-35
23. Εβραίους 4:13
24. Ιεζεκιήλ 11:5· Πράξεις 15:18
25. Ψαλμοί 145:17
26. Αποκάλυψη 5:12-14


3. Αυτό το θείο και άπειρο Ον αποτελείται από τρία αληθινά Πρόσωπα: τον Πατέρα, τον Λόγο ή Υιό και το Άγιο Πνεύμα.²⁷ Αυτά τα τρία Πρόσωπα έχουν την ίδια ουσία, δύναμη και αιωνιότητα, το καθένα έχοντας ολόκληρη τη θεία ουσία, αλλά η ουσία είναι αδιαίρετη.²⁸ Ο Πατέρας δεν προέρχεται από κανέναν, ούτε γεννιέται ούτε εκπορεύεται. Ο Υιός είναι αιώνια γεννηθέντας από τον Πατέρα.²⁹ Το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό.³⁰ Και τα τρία Πρόσωπα είναι άπειρα και χωρίς αρχή, και γι’ αυτό είναι μόνο ένας Θεός, που δεν διαιρείται στη φύση και στην οντότητα. Ωστόσο, τα τρία αυτά Πρόσωπα διακρίνονται από ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και προσωπικές σχέσεις. Αυτή η αλήθεια της Αγίας Τριάδας αποτελεί το θεμέλιο όλης μας της κοινωνίας με τον Θεό και της παρηγορητικής εξάρτησής μας από Αυτόν.

27. Α΄ Ιωάννη 5:7· Ματθαίον 28:19· Β'' Κορινθίους 13:14
28. Έξοδος 3:14
· Ιωάννην 14:11· Α΄ Κορινθίους 8:6
29. Ιωάννην 1:14, 18
30. Ιωάννην 15:26
· Γαλάτες 4:6

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3. ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

1. Από την αιωνιότητα ο Θεός διέταξε τα πάντα που συμβαίνουν, χωρίς αναφορά σε οτιδήποτε έξω από τον Εαυτό Του. Το έκανε αυτό σύμφωνα με την απόλυτα σοφή και άγια βουλή του δικού Του θελήματος, ελεύθερα και αμετάβλητα.¹ Ωστόσο, ο Θεός το έκανε έτσι ώστε να μην είναι Αυτός ο δημιουργός της αμαρτίας ούτε να έχει κοινωνία σε καμία αμαρτία.² Το διάταγμα αυτό δεν παραβιάζει το θέλημα του δημιουργήματος ούτε αφαιρεί την ελεύθερη λειτουργία ή το ενδεχόμενο των δευτερογενών αιτίων. Αντιθέτως, αυτά τίθενται σε τάξη από το διάταγμα του Θεού.³ Σ’ αυτό το διάταγμα φαίνεται η σοφία Του στην διάταξη όλων των πραγμάτων, και η δύναμη και η πιστότητά Του στην εκτέλεση του διατάγματός Του.⁴


1. Ησαΐας 46:10· Εφεσίους 1:11· Εβραίους 6:17· Ρωμαίους 9:15, 18
2. Ιακώβου 1:13· Α΄ Ιωάννη 1:5
3. Πράξεις 4:27, 28· Ιωάννην 19:11
4. Αριθμοί 23:19· Εφεσίους 1:3-5

2. Ο Θεός γνωρίζει τα πάντα που θα μπορούσαν να συμβούν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.⁵ Ωστόσο, το διάταγμά Του σχετικά με οτιδήποτε δεν βασίζεται στην πρόβλεψη του μέλλοντος ούτε στο ότι θα συνέβαινε υπό κάποιες συνθήκες.⁶


5. Πράξεις 15:18
6. Ρωμαίους 9:11, 13, 16, 18

3. Με το διάταγμα του Θεού, και για την φανέρωση της δόξας Του, κάποιοι άνθρωποι και άγγελοι προορίζονται (ή προεπιλέγονται) για αιώνια ζωή μέσω του Ιησού Χριστού,⁷ προς έπαινο της ένδοξης χάρης Του.⁸ Άλλοι αφήνονται να ζήσουν στην αμαρτία τους, η οποία τους οδηγεί στην δίκαιη καταδίκη τους, προς έπαινο της ένδοξης δικαιοσύνης Του.⁹


7. Α΄ Τιμόθεον 5:21· Ματθαίον 25:34
8. Εφεσίους 1:5-6
9. Ρωμαίους 9:22-23
· Ιούδα 4

4. Οι άγγελοι και οι άνθρωποι που έχουν προοριστεί και προεπιλεγεί καθορίζονται ατομικά και αμετάβλητα, και ο αριθμός τους είναι τόσο συγκεκριμένος και ορισμένος, ώστε να μην μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί.¹⁰

10. Β΄ Τιμόθεον 2:19· Ιωάννην 13:18

5. Οι άνθρωποι που έχουν προοριστεί για ζωή επιλέχθηκαν από τον Θεό πριν από την θεμελίωση του κόσμου, σύμφωνα με τον αιώνιο και αμετάβλητο σκοπό Του και τη μυστική βουλή και ευδοκία του θελήματός Του. Τους επέλεξε εν Χριστώ για αιώνια δόξα, αποκλειστικά εξαιτίας της ελεύθερης χάρης και αγάπης Του,¹¹ χωρίς τίποτα άλλο μέσα σε αυτούς να λειτουργεί ως προϋπόθεση ή αιτία που Τον ώθησε σε αυτό.¹²

11. Εφεσίους 1:4, 9, 11· Ρωμαίους 8:30· Β΄ Τιμόθεον 1:9· Α΄ Θεσσαλονικείς 5:9
12. Ρωμαίους 9:13, 16
· Εφεσίους 2:5, 12

6. Όπως ο Θεός έχει ορίσει τους εκλεκτούς για δόξα, έτσι έχει, με το αιώνιο και απολύτως ελεύθερο θέλημά Του, προκαθορίσει όλα τα μέσα προς αυτό.¹³ Γι’ αυτό, οι εκλεκτοί, αφού έπεσαν εν τω Αδάμ, λυτρώνονται δια του Χριστού¹⁴ και καλούνται αποτελεσματικά σε πίστη εν Χριστώ δια του Πνεύματός Του, που ενεργεί στον κατάλληλο καιρό. Δικαιώνονται, υιοθετούνται, αγιάζονται¹⁵ και φυλάσσονται δια της δυνάμεώς Του μέσω πίστης προς σωτηρία.¹⁶ Κανείς άλλος εκτός των εκλεκτών δεν λυτρώνεται δια του Χριστού, ούτε καλείται αποτελεσματικά, δικαιώνεται, υιοθετείται, αγιάζεται ή σώζεται.¹⁷

13. Α'  Πέτρου 1:2· Β΄ Θεσσαλονικείς 2:13
14. Α΄ Θεσσαλονικείς 5:9-10
15. Ρωμαίους 8:30
· Β΄ Θεσσαλονικείς 2:13
16. Α΄ Πέτρου 1:5
17. Ιωάννην 10:26, 17:9, 6:64

7. Η διδασκαλία του υψηλού μυστηρίου του προορισμού πρέπει να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη φρόνηση και φροντίδα, ώστε όσοι προσέχουν το θέλημα του Θεού, όπως αποκαλύπτεται μέσα στον Λόγο Του, και υπακούουν σε αυτό, να μπορούν να έχουν βεβαιότητα για την αιώνια εκλογή τους μέσω της αποτελεσματικής κλήσης τους.¹⁸ Με αυτόν τον τρόπο, η διδασκαλία αυτή παρέχει λόγους για έπαινο,¹⁹ σεβασμό και θαυμασμό προς τον Θεό, καθώς και για ταπεινότητα,²⁰ επιμέλεια και πλούσια παρηγοριά σε όλους όσους υπακούουν ειλικρινά στο ευαγγέλιο.²¹

18. Α΄ Θεσσαλονικείς 1:4-5· Β΄ Πέτρου 1:10
19. Εφεσίους 1:6
· Ρωμαίους 11:33
20. Ρωμαίους 11:5-6, 20
21. Λουκάν 10:20

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

1. Στην αρχή, ο Θεός Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα¹ ευδόκησε να δημιουργήσει τον κόσμο και όλα όσα υπάρχουν σε αυτόν, τόσο τα ορατά όσο και τα αόρατα, μέσα σε έξι ημέρες, και όλα πολύ καλά.² Το έκανε αυτό για να φανερωθεί η δόξα της αιώνιας δύναμης, σοφίας και αγαθότητάς Του.³


1. Ιωάννην 1:2-3· Εβραίους 1:2· Job 26:13
2. Ρωμαίους 1:20
3. Κολοσσαείς 1:16· Γένεση 1:31

2. Αφού ο Θεός δημιούργησε όλα τα υπόλοιπα πλάσματα, δημιούργησε τον άνθρωπο, αρσενικό και θηλυκό,⁴ με λογικές και αθάνατες ψυχές,⁵ καθιστώντας τους ικανούς για τη ζωή προς τον Θεό για την οποία δημιουργήθηκαν. Δημιουργήθηκαν κατ’ εικόνα Θεού, με γνώση, δικαιοσύνη και αληθινή αγιότητα.⁶ Είχαν τον νόμο του Θεού γραμμένο στις καρδιές τους⁷ και τη δύναμη να τον τηρήσουν· παρόλα αυτά μπορούσαν να τον παραβούν, αφού είχαν αφεθεί στην ελευθερία της βουλήσεώς τους, η οποία ήταν ελεύθερη να αλλάξει.⁸

4. Γένεση 1:27
5. Γένεση 2:7
6. Εκκλησιαστής 7:29
· Γένεση 1:26
7. Ρωμαίους 2:14-15
8. Γένεση 3:6

3. Πέρα από τον νόμο που ήταν γραμμένος στις καρδιές τους, έλαβαν και μια εντολή να μη φάνε από το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού.⁹ Όσο τηρούσαν αυτή την εντολή, ζούσαν ευτυχισμένοι στην κοινωνία με τον Θεό και είχαν κυριαρχία επί των κτισμάτων.¹⁰

9. Γένεση 2:17
10. Γένεση 1:26, 28

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ

1. Ο Θεός, ο αγαθός Δημιουργός των πάντων, με την άπειρη δύναμη και σοφία Του, διατηρεί, κατευθύνει, τακτοποιεί και κυβερνά όλα τα δημιουργήματα,¹ από τα μεγαλύτερα μέχρι τα μικρότερα,² με τη σοφία και αγιότητα της πρόνοιάς Του, προς τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκαν. Κυβερνά σύμφωνα με την αλάθητη πρόγνωσή Του και την ελεύθερη και αμετάβλητη βουλή Του. Η πρόνοιά Του οδηγεί στον έπαινο της σοφίας, της δύναμης, της δικαιοσύνης, της άπειρης αγαθότητας και του ελέους Του.³

1. Εβραίους 1:3· Ιώβ 38:11· Ησαΐας 46:10, 11· Ψαλμοί 135:6
2. Ματθαίον 10:29-31
3. Εφεσίους 1:11

2. Τα πάντα συμβαίνουν αμετάβλητα και με βεβαιότητα σε σχέση με την πρόγνωση και το διάταγμα του Θεού,⁴ ο Οποίος είναι η πρώτη αιτία. Έτσι, τίποτα δεν συμβαίνει σε κανέναν τυχαία ή εκτός της πρόνοιάς Του.⁵ Παρ’ όλα αυτά, με την ίδια πρόνοια ο Θεός διευθύνει τα πάντα να συμβούν σύμφωνα με τη φύση των δευτερευουσών αιτιών, είτε αναγκαία, είτε ελεύθερα, είτε ως αντίδραση σε άλλες αιτίες.⁶

4. Πράξεις 2:23
5. Παροιμίες 16:33
6. Γένεση 8:22

3. Στην τακτική Του πρόνοια, ο Θεός χρησιμοποιεί μέσα,⁷ αν και είναι ελεύθερος να ενεργεί ανεξάρτητα από αυτά,⁸ πέρα από αυτά,⁹ ή και αντίθετα προς αυτά,¹⁰ κατά την ευδοκία Του.

7. Πράξεις 27:31, 44· Ησαΐας 55:10-11
8. Ωσηέ 1:7
9. Ρωμαίους 4:19-21
10. Δανιήλ 3:27

4. Η πανίσχυρη δύναμη, η ανεξερεύνητη σοφία και η άπειρη αγαθότητα του Θεού αποδεικνύονται πλήρως στην πρόνοιά Του, έτσι ώστε το κυρίαρχο σχέδιό Του να περιλαμβάνει ακόμη και την πρώτη πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία, και κάθε άλλη αμαρτωλή ενέργεια τόσο των αγγέλων όσο και των ανθρώπων.¹¹ Η πρόνοια του Θεού πάνω στις αμαρτωλές πράξεις δεν συμβαίνει απλώς με την άδειά Του. Αντίθετα, ο Θεός περιορίζει και, με άλλους τρόπους, διευθετεί και κυβερνά τις αμαρτωλές πράξεις με την πλέον σοφή και δυνατή Του πρόνοια.¹² Μέσα από μια πολύπλοκη διάταξη μεθόδων, κυβερνά τις αμαρτωλές πράξεις για να επιτύχει τους απολύτως αγίους σκοπούς Του.¹³ Παρ’ όλα αυτά, η αμαρτωλότητα της πράξης προέρχεται μόνο από τα κτίσματα και όχι από τον Θεό. Δεδομένου ότι ο Θεός είναι απόλυτα άγιος και δίκαιος, δεν μπορεί ούτε να προκαλέσει ούτε να εγκρίνει την αμαρτία.¹⁴

11. Ρωμαίους 11:32-34· Β΄ Σαμουήλ 24:1· Α΄ Χρονικών 21:1
12. β΄ Βασιλέων 19:28
· Ψαλμοί 76:10
13. Γένεση 1:20
· Ησαΐας 10:6-7, 12
14. Ψαλμοί 1:21
· Α΄ Ιωάννη 2:16

5. Ο σοφότατος, δικαιότατος και γεμάτος χάρη Θεός συχνά επιτρέπει, για κάποιο χρονικό διάστημα, στα ίδια του τα παιδιά να δοκιμάζονται από ποικίλους πειρασμούς και να έρχονται αντιμέτωπα με την αμαρτωλότητα της ίδιας τους της καρδιάς. Το πράττει αυτό για να τα παιδεύσει για τις προηγούμενες αμαρτίες τους ή για να τα κάνει να συνειδητοποιήσουν τη λανθάνουσα δύναμη της διαφθοράς και της απατηλότητας της καρδιάς τους, ώστε να ταπεινωθούν. Επίσης, το κάνει για να τα οδηγήσει σε πιο στενή και σταθερή εξάρτηση από Αυτόν για τη συντήρησή τους, για να τα καταστήσει πιο προσεκτικά απέναντι σε κάθε μελλοντική περίσταση που μπορεί να τα οδηγήσει στην αμαρτία, και για άλλους δίκαιους και άγιους σκοπούς.¹⁵ Έτσι, ό,τι συμβαίνει σε οποιονδήποτε από τους εκλεκτούς Του συμβαίνει κατά τον διορισμό Του, για τη δική Του δόξα και για το δικό τους καλό.¹⁶​

15. Β΄ Χρονικών 32:25-26, 31· Β΄ Κορινθίους 12:7-9
16. Ρωμαίους 8:28

6. Ο Θεός, ως δίκαιος Κριτής, μερικές φορές τυφλώνει και σκληρύνει τους πονηρούς και ασεβείς ανθρώπους εξαιτίας των αμαρτιών τους.¹⁷ Αποσύρει από αυτούς τη χάρη Του, με την οποία θα μπορούσαν να φωτισθούν στη διάνοιά τους και να ανανεωθούν στις καρδιές τους.¹⁸ Και όχι μόνο αυτό, αλλά μερικές φορές αφαιρεί και τα χαρίσματα που ήδη είχαν,¹⁹ και τους εκθέτει σε καταστάσεις τις οποίες η διεφθαρμένη φύση τους μετατρέπει σε αφορμές για αμαρτία.²⁰ Επιπλέον, τους παραδίδει στις ίδιες τους τις επιθυμίες, στους πειρασμούς του κόσμου και στη δύναμη του Σατανά,²¹ ώστε να σκληρύνονται από τις ίδιες επιδράσεις με τις οποίες ο Θεός μαλακώνει άλλους.²²​

17. Ρωμαίους 1:24-26, 28, 11:7-8
18. Δευτερονόμιο 29:4
19. Ματθαίον 13:12
20. Δευτερονόμιο 2:30
· Β΄ Βασιλέων 8:12-13
21. Ψαλμοί 81:11-12
· Β΄ Θεσσαλονικείς 2:10-12
22. Έξοδος 8:15, 32
· Ησαΐας 6:9-10· Α΄ Πέτρου 2:7-8

7. Η πρόνοια του Θεού, με γενικό τρόπο, εκτείνεται σε όλα τα κτίσματα· αλλά με ιδιαίτερο τρόπο φροντίζει την εκκλησία Του και διευθετεί τα πάντα προς το καλό της.²³​

23. Α'  Τιμόθεον 4:10· Αμώς 9:8-9· Ησαΐας 43:3-5

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΙΜΩΡΙΑΣ ΤΗΣ

1. Ο Θεός δημιούργησε τους ανθρωπότητα ορθή και τέλεια. Τους έδωσε έναν δίκαιο νόμο, ο οποίος θα οδηγούσε στη ζωή αν τον τηρούσαν, αλλά με την απειλή του θανάτου αν τον παραβίαζαν.¹ Όμως δεν παρέμειναν για πολύ σε αυτή την τιμητική θέση. Ο Σατανάς, χρησιμοποιώντας την πανουργία του όφεως, εξαπάτησε την Εύα, και εκείνη με τη σειρά της παρέσυρε τον Αδάμ. Ο Αδάμ, χωρίς καμία εξωτερική εξαναγκαστική πίεση και με πλήρη επίγνωση, παρέβη τον νόμο της δημιουργίας τους και την εντολή που τους είχε δοθεί, τρώγοντας από τον απαγορευμένο καρπό.² Ο Θεός, σύμφωνα με τη σοφή και άγια βουλή Του, ευδόκησε να επιτρέψει αυτή την πράξη, επειδή είχε αποφασίσει να την κατευθύνει προς τη δική Του δόξα.

1. Γένεση 2:16-17
2. Γένεση 3:12-13· Β΄ Κορινθίους 11:3

2. Με αυτή την αμαρτία οι πρώτοι μας γονείς εξέπεσαν από την αρχική τους δικαιοσύνη και από την κοινωνία με τον Θεό. Μέσα σε αυτούς ξεπέσαμε κι εμείς, και μέσω αυτής της πτώσης ο θάνατος πέρασε σε όλους.³ Όλοι έγιναν νεκροί μέσα στην αμαρτία⁴ και εξ ολοκλήρου μολυσμένοι σε όλες τις ιδιότητες και τα μέρη της ψυχής και του σώματος.⁵

3. Ρωμαίους 3:23
4. Ρωμαίους 5:12, κτλ.
5. Τίτον 1:15
· Γένεση 6:5· Ιερεμίας 17:9· Ρωμαίους 3:10-19

3. Κατά τον διορισμό του Θεού, αυτοί υπήρξαν η ρίζα και οι αντιπρόσωποι ολόκληρου του ανθρώπινου γένους. Γι’ αυτό και η ενοχή της αμαρτίας τους λογαριάστηκε και η διεφθαρμένη φύση τους μεταδόθηκε σε όλους τους απογόνους τους, οι οποίοι κατάγονται από αυτούς με φυσική γέννηση.⁶ Οι απόγονοί τους συλλαμβάνονται πλέον μέσα στην αμαρτία⁷ και είναι εκ φύσεως τέκνα οργής,⁸ δούλοι της αμαρτίας και μέτοχοι του θανάτου⁹ και κάθε άλλης δυστυχίας — πνευματικής, πρόσκαιρης και αιώνιας — εκτός και αν ο Κύριος Ιησούς τούς ελευθερώσει.¹⁰

6. Ρωμαίους 5:12-19· Α΄ Κορινθίους 15:21-22, 45, 49
7. Ψαλμοί 51:5
· Ιώβ 14:4
8. Εφεσίους 2:3
9. Ρωμαίους 6:20, 5:12
10. Εβραίους 2:14-15
· Α΄ Θεσσαλονικείς 1:10

4. Όλες οι πραγματικές παραβάσεις προέρχονται από αυτή την αρχική διαφθορά.¹¹ Μέσω αυτής είμαστε εκ ολοκλήρου κεκλιμένοι εναντίον κάθε καλού, ανίκανοι και εχθρικοί προς αυτό, και είμαστε πλήρως στραμμένοι προς κάθε κακό.¹²​

11. Ρωμαίους 8:7· Κολοσσαείς 1:21
12. Ιακώβου 1:14-15
· Ματθαίον 15:19

5. Κατά τη διάρκεια αυτής της ζωής, αυτή η διαφθορά της φύσης παραμένει σε εκείνους που έχουν αναγεννηθεί.¹³ Αν και συγχωρείται και θανατώνεται μέσω του Χριστού, ωστόσο τόσο αυτή η διαφθορά της φύσης όσο και όλες οι πράξεις που προέρχονται από αυτήν είναι πραγματικά και ουσιαστικά αμαρτία.¹⁴​

13. Ρωμαίους 7:18, 23· Εκκλησιαστής 7:20· Α΄ Ιωάννη 1:8
14. Ρωμαίους 7:23-25
· Γαλάτες 5:17

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

1. Αν και τα λογικά πλάσματα έχουν υποχρέωση να υπακούν στον Θεό ως Δημιουργό τους, η απόσταση ανάμεσα στον Θεό και στα πλάσματα αυτά είναι τόσο μεγάλη ώστε δεν θα μπορούσαν ποτέ να φτάσουν στην ανταμοιβή της ζωής παρά μόνο μέσω της εκούσιας συγκατάβασης του Θεού. Εκείνος ευδόκησε να το εκφράσει αυτό μέσα σε ένα πλαίσιο διαθήκης.¹

1. Λουκάν 17:10· Ιώβ 35:7,8

2. Επειδή η ανθρωπότητα έφερε τον εαυτό της κάτω από την κατάρα του νόμου με την πτώση της, ευδόκησε ο Κύριος να κάνει μία διαθήκη χάρης.² Σε αυτή τη διαθήκη προσφέρει ελεύθερα στους αμαρτωλούς ζωή και σωτηρία μέσω του Ιησού Χριστού. Από την πλευρά τους απαιτεί πίστη σε Αυτόν, ώστε να σωθούν,³ και υπόσχεται να δώσει το Άγιο Πνεύμα Του σε όλους όσους έχουν οριστεί για αιώνια ζωή, για να τους καταστήσει πρόθυμους και ικανούς να πιστέψουν.⁴

2. Γένεση 2:17· Γαλάτες 3:10· Ρωμαίους 3:20-21
3. Ρωμαίους 5:12-19
· Α΄ Κορινθίους 15:21-22, 45, 49
4. Ρωμαίους 8:3
· Μάρκον 16:15-16· Ιωάννην 3:16

3. Αυτή η διαθήκη αποκαλύπτεται στο ευαγγέλιο. Αποκαλύφθηκε πρώτα στον Αδάμ μέσω της υπόσχεσης σωτηρίας διαμέσου του σπέρματος της γυναίκας.⁵ Μετά από αυτό, αποκαλυπτόταν σταδιακά μέχρι να ολοκληρωθεί η πλήρης αποκάλυψή της στην Καινή Διαθήκη.⁶ Αυτή η διαθήκη βασίζεται στην αιώνια συμφωνία μεταξύ του Πατέρα και του Υιού για τη λύτρωση των εκλεκτών.⁷ Μόνο μέσω της χάρης αυτής της διαθήκης όσοι έχουν σωθεί από τους απογόνους του πεσόντος Αδάμ έχουν αποκτήσει ζωή και μακάρια αθανασία. Η ανθρωπότητα είναι τώρα απολύτως ανίκανη να γίνει δεκτή από τον Θεό υπό τους ίδιους όρους με τους οποίους ο Αδάμ έγινε δεκτός στην κατάσταση της αθωότητάς του.⁸

5. Γένεση 3:15
6. Εβραίους 1:1
7. Β΄ Τιμόθεον 1:9
· Τίτον 1:2
8. Εβραίους 11:6, 13
· Ρωμαίους 4:1-2, κτλ· Πράξεις 4:12· Ιωάννην 8:56​​​

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8. ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,ΤΟΥ ΜΕΣΙΤΗ

1. Ο Θεός ευδόκησε, κατά το αιώνιο σχέδιό Του, να εκλέξει και να ορίσει τον Κύριο Ιησού, τον μονογενή Του Υιό, σύμφωνα με τη διαθήκη που έγινε μεταξύ τους, για να είναι ο Μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρωπότητας.¹ Ο Θεός τον εξέλεξε για να είναι προφήτης,² ιερέας,³ και βασιλιάς,⁴ και για να είναι κεφαλή και σωτήρας της εκκλησίας,⁵ κληρονόμος των πάντων,⁶ και κριτής του κόσμου.⁷ Από την αιωνιότητα, ο Θεός έδωσε στον Υιό έναν λαό για να είναι το σπέρμα Του. Εν καιρώ, αυτός ο λαός θα λυτρωθεί, θα κληθεί, θα δικαιωθεί, θα αγιαστεί και θα δοξαστεί από Αυτόν.⁸

1. Ησαΐας 42:1· Α΄ Πέτρου 1:19-20
2. Πράξεις 3:22
3. Εβρίαους 5:5-6
4. Ψαλμοί 2:6· Λουκάν 1:33
5. Εφεσίους 1:22-23
6. Εβραίους 1:2
7. Πράξεις 17:31
8. Ησαΐας 53:10· Ιωάννην 17:6· Ρωμαίους 8:30

2. Ο Υιός του Θεού, το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, είναι αληθινά και αιώνια Θεός. Είναι η λάμψη της δόξας του Πατέρα, ομοούσιος και ίσος με Αυτόν. Δημιούργησε τον κόσμο και διατηρεί και κυβερνά τα πάντα που δημιούργησε. Όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, πήρε την ανθρώπινη φύση, με όλες τις ουσιώδεις ιδιότητες και τις κοινές αδυναμίες της,⁹ αλλά χωρίς αμαρτία.¹⁰ Συνελήφθη από το Άγιο Πνεύμα στη μήτρα της Παρθένου Μαρίας. Το Άγιο Πνεύμα ήρθε επάνω της και η δύναμη του Υψίστου την επισκίασε. Έτσι γεννήθηκε από γυναίκα, από τη φυλή του Ιούδα, απόγονος του Αβραάμ και του Δαβίδ, προς εκπλήρωση των Γραφών.¹¹ Δύο πλήρεις, τέλειες και διακριτές φύσεις ενώθηκαν αδιαίρετα σε ένα Πρόσωπο, χωρίς μετατροπή, σύνθεση ή σύγχυση. Αυτό το Πρόσωπο είναι αληθινά Θεός και αληθινά άνθρωπος, αλλά ένας Χριστός, ο μόνος μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρωπότητας.¹²

9. Ιωάννην 1:14· Γαλάτες 4;4
10. Ρωμαίους 8:3
· Εβραίους 2:14, 16-17, 4:15
11. Ματθαίον 1:22-23
12. Λουκάν 1:27, 31, 35
· Ρωμαίους 9:5· Α΄ Τιμόθεον 2:5

3. Ο Κύριος Ιησούς, στην ανθρώπινη φύση Του που ήταν έτσι ενωμένη με την θεία φύση στο πρόσωπο του Υιού, αγιάστηκε και χρίστηκε με το Άγιο Πνεύμα σε απεριόριστο βαθμό.¹³ Είχε μέσα Του όλους τους θησαυρούς της σοφίας και της γνώσης.¹⁴ Ο Πατέρας ευδόκησε να κατοικήσει σε Αυτόν ολόκληρο το πλήρωμα,¹⁵ ώστε—όντας άγιος, αβλαβής, αμόλυντος,¹⁶ και πλήρης χάρης και αλήθειας¹⁷—να είναι πλήρως ικανός να εκπληρώσει το αξίωμα του μεσίτη και εγγυητή.¹⁸ Δεν πήρε αυτό το αξίωμα από μόνος Του, αλλά κλήθηκε σ’ αυτό από τον Πατέρα Του,¹⁹ ο οποίος έδωσε σε Αυτόν όλη τη δύναμη και την κρίση και Του έδωσε εντολή να τα εκτελέσει.²⁰

13. Ψαλμοί 45:7· Πράξεις 10:38· Ιωάννην 3:34
14. Κολοσσαείς 2:3
15. Κολοσσαείς 1:19
16. Εβρίαους 7:26
17. Ιωάννην 1:14
18. Εβραίους 7:22
19. Εβραίους 5:5
20. Ιωάννην 5:22, 27
· Ματθαίον 28:18· Πράξεις 2:36

4. Ο Κύριος Ιησούς ανέλαβε το αξίωμα αυτό με τη μεγαλύτερη προθυμία.²¹ Για να το εκπληρώσει, γεννήθηκε κάτω από τον νόμο²² και τον εκπλήρωσε τελείως. Επιπλέον, υπέστη την τιμωρία που εμείς αξίζαμε και που έπρεπε να υπομείνουμε και να υποφέρουμε.²³ Έγινε αμαρτία και κατάρα για εμάς.²⁴ Υπέμεινε εξαιρετικά βαριές θλίψεις στην ψυχή Του και εξαιρετικά οδυνηρά παθήματα στο σώμα Του.²⁵ Σταυρώθηκε και πέθανε και παρέμεινε σε κατάσταση θανάτου, αλλά το σώμα Του δεν είδε φθορά.²⁶ Την τρίτη μέρα αναστήθηκε από τους νεκρούς²⁷ με το ίδιο σώμα στο οποίο υπέφερε.²⁸ Με αυτό το σώμα αναλήφθηκε και στον ουρανό,²⁹ όπου κάθεται στα δεξιά του Πατέρα Του, μεσιτεύοντας.³⁰ Θα επιστρέψει για να κρίνει τους ανθρώπους και τους αγγέλους στο τέλος του αιώνα.³¹​

21. Ψαλμοί 40:7-8· Εβραίους 10:5-10· Ιωάννην 10:18
22. Γαλάτες 4:4
· Ματθαίον 3:15
23. Γαλάτες 3:13
· Ησαΐας 53:6· Α΄ Πέτρου 3:18
24. Β΄ Κορινθίους 5:21
25. Ματθαίον 26:37, 38
· Λουκάν 22:44· Ματθαίον 27:46
26. Πράξεις 13:37
27. Α΄ Κορινθίους 15:3-4
28. Ιωάννην 20:25, 27
29. Μάρκον 16:19
· Πράξεις 1:9-11
30. Ρωμαίους 8:34
· Εβραίους 9:24
31. Πράξεις 10:42
· Ρωμαίους 14:9-10· Πράξεις 1:11· Β΄ Πέτρου 2:4

5. Ο Κύριος Ιησούς ικανοποίησε πλήρως τη δικαιοσύνη του Θεού, επέφερε συμφιλίωση και απέκτησε αιώνια κληρονομιά στη βασιλεία των ουρανών για όλους όσους Του δόθηκαν από τον Πατέρα.³² Τα πραγματοποίησε αυτά με την τέλεια υπακοή Του και τη θυσία του εαυτού Του, την οποία μία φορά για πάντα προσέφερε στον Θεό μέσω του αιωνίου Πνεύματος.³³​

32. Εβραίους 9:14, 10:14· Ρωμαίους 3:25-26
33. Ιωάννην 17:2
· Εβραίους 9:15

6. Το τίμημα της λύτρωσης δεν καταβλήθηκε πραγματικά από τον Χριστό μέχρι την ενσάρκωσή Του. Ωστόσο, η αξία, η αποτελεσματικότητα και το όφελος αυτής μεταδόθηκαν στους εκλεκτούς σε κάθε εποχή από την αρχή του κόσμου, μέσα και διαμέσου αυτών των υποσχέσεων, τύπων και θυσιών που Τον αποκάλυπταν και Τον προεικόνιζαν ως το σπέρμα που θα συντρίψει το κεφάλι του φιδιού³⁴ και ως το Αρνίο που σφαγιάστηκε από καταβολής κόσμου.³⁵ Αυτός είναι ο ίδιος χθες και σήμερα και στον αιώνα.³⁶​

34. Α΄ Κορινθίους 4:10· Εβραίους 4:2· Α΄ Πέτρου 1:10-11
35. Αποκάλυψη 13:8
36. Εβραίους 13:8

7. Στο έργο της μεσιτείας Του, ο Χριστός ενεργεί σύμφωνα με τις δύο φύσεις Του, κάνοντας η κάθε φύση ό,τι ταιριάζει σε αυτήν. Ωστόσο, λόγω της ενότητας του Προσώπου, ό,τι ταιριάζει στη μία φύση αποδίδεται μερικές φορές στην Αγία Γραφή στο Πρόσωπο υπό την ονομασία της άλλης φύσης.³⁷​

37. Ιωάννην 3:13· Πράξεις 20:28

8. Σε όλους όσους ο Χριστός έχει αποκτήσει αιώνια λύτρωση, την εφαρμόζει και τη μεταδίδει με βεβαιότητα και αποτελεσματικότητα. Μεσιτεύει γι’ αυτούς,³⁸ τους ενώνει με τον εαυτό Του μέσω του Πνεύματός Του και τους αποκαλύπτει μέσα και διαμέσου του Λόγου Του το μυστήριο της σωτηρίας. Τους κινεί να πιστεύουν και να υπακούν³⁹ και κυβερνά τις καρδιές τους με τον Λόγο και το Πνεύμα Του.⁴⁰ Νικά όλους τους εχθρούς τους με την πανίσχυρη δύναμη και σοφία Του,⁴¹ χρησιμοποιώντας τρόπους και μέσα που είναι απολύτως σύμφωνοι με την υπέροχη και ανεξιχνίαστη οικονομία Του. Όλα αυτά γίνονται με ελεύθερη και απόλυτη χάρη, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προϋπόθεση για την απόκτησή της που έχει προβλεφθεί σε αυτούς.⁴²​

38. Ιωάννην 6:37, 10:15-16, 17:9· Ρωμαίους 5:10
39. Ιωάννην 17:6
· Εφεσίους 1:9· Α΄ Ιωάννη 5:20
40. Ρωμαίους 8:9, 14
41. Ψαλμοί 110:1
· Α΄ Κορινθίους 15:25-26
42. Ιωάννην 3:8
· Εφεσίους 1:8

9. Το αξίωμα του μεσίτη μεταξύ Θεού και ανθρωπότητας αρμόζει μόνο στον Χριστό, που είναι ο προφήτης, ο ιερέας και ο βασιλιάς της εκκλησίας του Θεού. Το αξίωμα αυτό δεν μπορεί να μεταβιβαστεί από Αυτόν σε κανέναν άλλον, ούτε εξ ολοκλήρου ούτε εν μέρει.⁴³​

43. Α΄ Τιμόθεον 2:5

10. Ο αριθμός και ο χαρακτήρας αυτών των αξιωμάτων είναι ουσιώδης. Επειδή είμαστε αδαείς, χρειαζόμαστε το προφητικό Του αξίωμα.⁴⁴ Επειδή είμαστε αποξενωμένοι από τον Θεό και ατελείς ακόμη και στην καλύτερη υπηρεσία μας, χρειαζόμαστε το ιερατικό Του αξίωμα για να μας συμφιλιώσει και να μας παρουσιάσει αποδεκτούς στον Θεό.⁴⁵ Επειδή είμαστε εχθρικοί και εντελώς ανίκανοι να επιστρέψουμε στον Θεό, και για να σωθούμε και να προστατευτούμε από τους πνευματικούς μας εχθρούς, χρειαζόμαστε το βασιλικό Του αξίωμα για να μας κινήσει, να μας υποτάξει, να μας ελκύσει, να μας στηρίξει, να μας ελευθερώσει και να μας διαφυλάξει για την ουράνια βασιλεία Του.⁴⁶​

44. Ιωάννην 1:18
45. Κολοσσαείς 1:21
· Γαλάτες 5:17
46. Ιωάννην 16:8
· Ψαλμοί 110:3· Λουκάν 1:74-75

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΒΟΥΛΗΣΗΣ

1. Ο Θεός έχει προικίσει τη βούληση του ανθρώπου με φυσική ελευθερία και δύναμη να ενεργεί κατά επιλογή, έτσι ώστε να μην εξαναγκάζεται ούτε να είναι από τη φύση της δεσμευμένη να πράττει το καλό ή το κακό.¹

1. Ματθαίον 17:12· Ιακώβου 1:14· Δευτερονόμιο 30:19​​

 

 

2. Η ανθρωπότητα, στην κατάσταση της αθωότητας, είχε ελευθερία και δύναμη να θέλει και να πράττει ό,τι ήταν καλό και ευάρεστο στον Θεό.² Όμως αυτή η κατάσταση ήταν ασταθής, ώστε η ανθρωπότητα μπορούσε να πέσει από αυτήν.³

2. Εκκλησιαστής 7:29
3. Γένεση 3:6

3. Η ανθρωπότητα, με την πτώση στην κατάσταση της αμαρτίας, έχει χάσει ολοκληρωτικά κάθε ικανότητα να επιλέγει οποιοδήποτε πνευματικό καλό που συνοδεύει τη σωτηρία.⁴ Έτσι, οι άνθρωποι στη φυσική τους κατάσταση είναι απολύτως αντίθετοι προς κάθε πνευματικό καλό και νεκροί μέσα στην αμαρτία,⁵ ώστε δεν μπορούν να μεταστραφούν από μόνοι τους με τη δική τους δύναμη ούτε να προετοιμάσουν τον εαυτό τους για τη μεταστροφή.⁶

4. Ρωμαίους 5:6, 8:7
5. Εφεσίους 2:1, 5
6. Τίτον 3:3-5· Ιωάννην 6:44

4. Όταν ο Θεός μεταστρέφει τους αμαρτωλούς και τους μεταφέρει στην κατάσταση της χάρης, τους ελευθερώνει από τη φυσική τους δουλεία στην αμαρτία⁷ και, με τη χάρη Του και μόνο, τους καθιστά ικανούς να θέλουν και να πράττουν ελεύθερα ό,τι είναι πνευματικά καλό.⁸ Όμως, εξαιτίας της εναπομένουσας διαφθοράς τους, δεν έχουν τέλεια και αποκλειστική βούληση προς το καλό, αλλά και προς το κακό.⁹​

7. Κολοσσαείς 1:13· Ιωάννην 8:36
8. Φιλιππησίους 2:13
9. Ρωμαίους 7:15, 18-19, 21, 23

5. Μόνο στην κατάσταση της δόξας η βούληση καθίσταται τέλεια και αμετάβλητα ελεύθερη προς το καλό και μόνο.¹⁰​

10. Εφεσίους 4:13

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗΣ ΚΛΗΣΗΣ

1. Στον καθορισμένο και αποδεκτό στον Θεό καιρό, ευδόκησε να καλέσει αποτελεσματικά,¹ μέσω του Λόγου και του Πνεύματός Του, εκείνους που προόρισε για ζωή. Τους καλεί από την φυσική τους κατάσταση αμαρτίας και θανάτου στη χάρη και στη σωτηρία διαμέσου του Ιησού Χριστού.² Φωτίζει τον νου τους πνευματικά και σωτήρια, για να κατανοήσουν τα πράγματα του Θεού.³ Αφαιρεί την πέτρινη καρδιά και τους δίνει καρδιά σάρκας.⁴ Ανανεώνει τη βούλησή τους και, με την πανίσχυρη δύναμή Του, τους στρέφει προς το καλό και τους ελκύει αποτελεσματικά στον Ιησού Χριστό.⁵ Όμως όλα αυτά τα κάνει με τέτοιο τρόπο ώστε να έρχονται απολύτως ελεύθερα, αφού καθίστανται πρόθυμοι μέσω της χάρης Του.⁶

1. Ρωμαίους 8:30, 11:7· Εφεσίους 1:10, 11· Β΄ Θεσσαλονικείς 2:13-14
2. Εφεσίους 2:1-6
3. Πράξεις 26:18· Εφεσίους 1:17-18
4. Ιεζεκιήλ 36:26
5. Δευτερονόμιο 30:6· Ιεζεκιήλ 36:27· Εφεσίους 1:19
6. Ψαλμοί 110:3· Άσμα Ασμάτων 1:4

2. Αυτή η αποτελεσματική κλήση προέρχεται μόνο από την ελεύθερη και ειδική χάρη του Θεού, όχι από οτιδήποτε που έχει προβλεφθεί σε εκείνους που καλούνται. Ούτε προέρχεται η κλήση από οποιαδήποτε δύναμη ή ενέργεια εκ μέρους τους·⁷ είναι εντελώς παθητικοί σε αυτήν. Είναι νεκροί μέσα στην αμαρτία και στις παραβάσεις τους μέχρι να γίνουν ζωντανοί και να ανανεωθούν από το Άγιο Πνεύμα.⁸ Με αυτόν τον τρόπο καθίστανται ικανοί να ανταποκριθούν σε αυτήν την κλήση και να δεχτούν τη χάρη που προσφέρεται και μεταδίδεται μέσα σ’ αυτήν. Αυτή η ανταπόκριση καθίσταται δυνατή από την ίδια δύναμη που ανέστησε τον Χριστό από τους νεκρούς.⁹

7. Β΄ Τιμόθεον 1:9· Εφεσίους 2:8
8. Α΄ Κορινθίους 2:14
· Εφεσίους 2:5· Ιωάννην 5:25
9. Εφεσίους 1:19-20

3. Τα εκλεκτά βρέφη που πεθαίνουν κατά τη βρεφική ηλικία αναγεννώνται και σώζονται από τον Χριστό μέσω του Πνεύματος,¹⁰ που ενεργεί όταν, όπου και όπως θέλει.¹¹ Το ίδιο ισχύει για κάθε εκλεκτό πρόσωπο που δεν είναι ικανό να κληθεί εξωτερικά από τη διακονία του Λόγου.

10. Ιωάννην 3:3, 5-6
11. Ιωάννην 3:8

4. Εκείνοι που δεν είναι εκλεκτοί δεν θέλουν και ούτε μπορούν να έρθουν αληθινά στον Χριστό και, επομένως, δεν μπορούν να σωθούν, γιατί δεν έλκονται αποτελεσματικά από τον Πατέρα.¹² Μπορεί να κληθούν από τη διακονία του Λόγου και να λάβουν κάποια κοινή ενέργεια του Πνεύματος χωρίς να σωθούν.¹³ Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να σωθεί κανείς που δεν δέχεται τη χριστιανική θρησκεία, ανεξάρτητα από το πόσο επιμελώς ζει τη ζωή του σύμφωνα με το φως της φύσης και τις διδασκαλίες της θρησκείας που ομολογεί.¹⁴​

12. Ματθαίον 22:14, 13:20-21· Εβραίους 6:4-5
13. Ιωάννην 6:44-45, 65
· Α΄ Ιωάννη 2:24-25
14. Πράξεις 4:12
· Ιωάννην 4:22, 17:3

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΩΣΗΣ

1. Εκείνους που ο Θεός καλεί αποτελεσματικά, αυτούς επίσης και δικαιώνει δωρεάν.¹ Το κάνει αυτό, όχι με το να εγχύσει δικαιοσύνη μέσα τους, αλλά με το να συγχωρήσει τις αμαρτίες τους και να τους λογαριάσει και να τους δεχθεί ως δίκαιους.² Το κάνει για χάρη του Χριστού και μόνο, και όχι για οτιδήποτε που παράγεται ή γίνεται από αυτούς.³ Δεν τους λογαριάζει την ίδια την πίστη, την πράξη της πίστης, ή οποιαδήποτε άλλη υπακοή του ευαγγελίου ως δικαιοσύνη τους. Αντίθετα, τους λογαριάζει την ενεργητική υπακοή του Χριστού σε ολόκληρο τον νόμο και την παθητική υπακοή Του στον θάνατο ως την πλήρη και μόνη τους δικαιοσύνη δια της πίστεως.⁴ Αυτή η πίστη δεν γεννιέται από τον ίδιο τον άνθρωπο· είναι δώρο του Θεού.⁵

1. Ρωμαίους 3:24, 8:30
2. Ρωμαίους 4:5-8· Εφεσίους 1:7
3. Α΄ Κορινθίους 1:30-31· Ρωμαίους 5:17-19
4. Φιλιππησίους 3:8-9· Εφεσίους 2:8-10
5. Ιωάννην 1:12· Ρωμαίους 5:17

2. Η πίστη που δέχεται και στηρίζεται στον Χριστό και στη δικαιοσύνη Του είναι το μοναδικό μέσον δικαίωσης.⁶ Ωστόσο, δεν εμφανίζεται μόνη της στο πρόσωπο που δικαιώνεται, αλλά συνοδεύεται πάντα από κάθε άλλη σωτήρια χάρη. Δεν είναι νεκρή πίστη, αλλά ενεργεί μέσω της αγάπης.⁷

6. Ρωμαίους 3:28
7. Γαλάτες 5:6
· Ιακώβου 2:17, 22, 26

3. Με την υπακοή και τον θάνατό Του, ο Χριστός εξόφλησε πλήρως το χρέος όλων όσων δικαιώνονται. Υπέμεινε στη θέση τους την τιμωρία που άξιζαν. Με αυτή τη θυσία Του, με το αίμα που έχυσε στον σταυρό, ικανοποίησε νόμιμα, πραγματικά και πλήρως τη δικαιοσύνη του Θεού εκ μέρους τους.⁸ Όμως η δικαίωσή τους βασίζεται εντελώς στη δωρεάν χάρη, γιατί Αυτός δόθηκε από τον Πατέρα γι’ αυτούς και η υπακοή και η ικανοποίησή Του έγιναν αποδεκτές στη θέση τους. Όλα αυτά έγιναν δωρεάν, όχι εξαιτίας οτιδήποτε που υπήρχε μέσα σε αυτούς,⁹ ώστε να δοξαστούν τόσο η απόλυτη δικαιοσύνη όσο και η πλούσια χάρη του Θεού στη δικαίωση των αμαρτωλών.¹⁰

8. Εβραίους 10:14· Α΄ Πέτρου 1:18-19· Ησαΐας 53:5-6
9. Ρωμαίους 8:32
· Β΄ Κορινθίους 5:21
10. Ρωμαίους 3:26
· Εφεσίους 1:6-7, 2:7

4. Από την αιωνιότητα ο Θεός όρισε να δικαιώσει όλους τους εκλεκτούς,¹¹ και στο πλήρωμα του χρόνου ο Χριστός πέθανε για τις αμαρτίες τους και αναστήθηκε για τη δικαίωσή τους.¹² Παρ’ όλα αυτά, δεν δικαιώνονται προσωπικά μέχρι το Άγιο Πνεύμα να εφαρμόσει πραγματικά τον Χριστό σε αυτούς στον κατάλληλο καιρό.¹³​

11. Γαλάτες 3:8· Α΄ Πέτρου 1:2· Α΄ Τιμόθεον 2:6
12. Ρωμαίους 4:25
13. Κολοσσαείς 1:21-22
· Τίτον 3:4-7

5. Ο Θεός συνεχίζει να συγχωρεί τις αμαρτίες εκείνων που έχουν δικαιωθεί.¹⁴ Αν και δεν μπορούν ποτέ να πέσουν από την κατάσταση της δικαίωσης,¹⁵ μπορεί να υποστούν την πατρική δυσαρέσκεια του Θεού εξαιτίας των αμαρτιών τους.¹⁶ Σε αυτήν την κατάσταση, συνήθως δεν θα ανακτήσουν το φως του προσώπου Του μέχρι να ταπεινωθούν, να εξομολογηθούν τις αμαρτίες τους, να παρακαλέσουν για συγχώρεση και να ανανεώσουν την πίστη και τη μετάνοιά τους.¹⁷​

14. Ματθαίον 6:12· Α΄ Ιωάννη 1:7, 9
15. Ιωάννην 10:28
16. Ψαλμοί 89:31-33
17. Ψαλμοί 32:5
· Ψαλμοί 51· Ματθαίον 26:75

6. Σε όλα αυτά τα σημεία, η δικαίωση των πιστών υπό την Παλαιά Διαθήκη ήταν ακριβώς η ίδια με τη δικαίωση των πιστών υπό τη Καινή Διαθήκη.¹⁸​

18. Γαλάτες 3:9· Ρωμαίους 4:22-24

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ

1. Ο Θεός έχει θεσπίσει ώστε όλοι όσοι δικαιώνονται να λαμβάνουν τη χάρη της υιοθεσίας, εντός και διά του μονογενούς Υιού Του, του Ιησού Χριστού.¹ Με αυτήν λογαριάζονται ως παιδιά του Θεού και απολαμβάνουν την ελευθερία και τα προνόμια αυτής της σχέσης.² Κληρονομούν το όνομά Του,³ λαμβάνουν το Πνεύμα της υιοθεσίας,⁴ έχουν πρόσβαση στον θρόνο της χάρης με παρρησία και καθίστανται ικανοί να κράζουν: «Αββά, Πατέρα!»⁵ Ο Θεός τούς λυπάται,⁶ τους προστατεύει,⁷ τους φροντίζει,⁸ και τους παιδαγωγεί ως Πατέρας.⁹ Όμως ποτέ δεν τους απορρίπτει,¹⁰ αλλά τους σφραγίζει για την ημέρα της απολύτρωσης¹¹ και κληρονομούν τις υποσχέσεις ως κληρονόμοι της αιώνιας σωτηρίας.¹²

1. Εφεσίους 1:5· Γαλάτες 4:4-5
2. Ιωάννην 1:12· Ρωμαίους 8:17
3. Β΄ Κορινθίους 6:18· Αποκάλυψη 3:12
4. Ρωμαίους 8:15
5. Γαλάτες 4:6· Εφεσίους 2:18
6. Ψαλμοί 103:13
7. Παροιμίες 14:26· Α΄ Πέτρου 5:7
8. Εβραίους 12:6
9. Ησαΐας 54:8-9
10. Θρήνοι 3:31
11. Εφεσίους 4:30
12. Εβραίους 1:14, 6:12

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13. ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΟΥ

1. Εκείνοι που είναι ενωμένοι με τον Χριστό και έχουν αποτελεσματικά κληθεί και αναγεννηθεί, λαμβάνουν μέσα τους καινούργια καρδιά και καινούργιο πνεύμα, που δημιουργούνται με τη δύναμη που πηγάζει από τον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού. Επίσης, αγιάζονται περαιτέρω, πραγματικά και προσωπικά,¹ με την ίδια δύναμη, δια του Λόγου και του Πνεύματός Του που κατοικούν μέσα τους.² Η κυριαρχία ολόκληρου του σώματος της αμαρτίας καταργείται,³ και οι διάφορες κακές επιθυμίες που προέρχονται από αυτό εξασθενούν όλο και περισσότερο και θανατώνονται.⁴ Ταυτόχρονα, εκείνοι που έχουν κληθεί και αναγεννηθεί ζωοποιούνται και ενδυναμώνονται όλο και περισσότερο σε κάθε σωτήρια χάρη,⁵ ώστε να ασκούν την αληθινή αγιότητα, χωρίς την οποία κανείς δεν θα δει τον Κύριο.⁶

1. Πράξεις 20:32· Ρωμαίους 6:5-6
2. Ιωάννην 17:17· Εφεσίους 3:16-19· Α΄ Θεσσαλονικείς 5:21-23
3. Ρωμαίους 6:14
4. Γαλάτες 5:24
5. Κολοσσαείς 1:11
6. Β΄ Κορινθίους 7:1· Εβραίους 12:14

2. Αυτός ο αγιασμός εκτείνεται σε ολόκληρο τον άνθρωπο,⁷ αν και δεν ολοκληρώνεται ποτέ σε αυτή τη ζωή. Κάποια διαφθορά παραμένει σε κάθε μέρος.⁸ Από αυτό προκύπτει ένας συνεχής και ασυμφιλίωτος πόλεμος, με τις επιθυμίες της σάρκας εναντίον του Πνεύματος και το Πνεύμα εναντίον της σάρκας.⁹

7. Α΄ Θεσσαλονικείς 5:23
8. Ρωμαίους 7:18, 23
9. Γαλάτες 5:17· Α΄ Πέτρου 2:11

3. Σε αυτόν τον πόλεμο, η εναπομένουσα διαφθορά μπορεί για κάποιο διάστημα να υπερισχύει σε μεγάλο βαθμό.¹⁰ Όμως, μέσω της συνεχούς παροχής δύναμης από το αγιάζον Πνεύμα του Χριστού, το αναγεννημένο μέρος υπερνικά.¹¹ Έτσι οι άγιοι αυξάνονται στη χάρη, τελειοποιώντας την αγιότητα με φόβο του Θεού. Επιδιώκουν μια ουράνια ζωή, με ευαγγελική υπακοή σε όλες τις εντολές που ο Χριστός, ως Κεφαλή και Βασιλιάς, τους έδωσε στον Λόγο Του.¹²

10. Ρωμαίους 7:23
11. Ρωμαίους 6:14
12. Εφεσίους 4:15-16· Β΄ Κορινθίους 3:18, 7:1​​

14. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΠΙΣΤΗΣ

1. Η χάρη της πίστης, με την οποία οι εκλεκτοί καθίστανται ικανοί να πιστέψουν ώστε να σωθούν οι ψυχές τους, είναι έργο του Πνεύματος του Χριστού στις καρδιές τους.¹ Η πίστη υπό κανονικές συνθήκες γεννιέται μέσω της διακονίας του Λόγου.² Με αυτή την ίδια διακονία, και με τη χορήγηση του βαπτίσματος και του δείπνου του Κυρίου, την προσευχή και άλλα μέσα που έχει ορίσει ο Θεός, η πίστη αυξάνεται και ενισχύεται.³

1. Β΄ Κορινθίους 4:13· Εφεσίους 2:8
2. Ρωμαίους 10:14,17
3. Λουκάν 17:5· Α΄ Πέτρου 2:2· Πράξεις 20:32

2. Διά αυτής της πίστης οι Χριστιανοί πιστεύουν ότι είναι αλήθεια όλα όσα αποκαλύπτονται στον Λόγο, αναγνωρίζοντάς τον ως την ίδια την εξουσία του Θεού.⁴ Επίσης διακρίνουν ότι ο Λόγος υπερέχει από κάθε άλλο γραπτό και από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο,⁵ επειδή φανερώνει τη δόξα του Θεού στα γνωρίσματά Του, την τελειότητα του Χριστού στη φύση και στα αξιώματά Του, και τη δύναμη και το πλήρωμα του Αγίου Πνεύματος στις ενέργειες και στις πράξεις Του. Έτσι καθίστανται ικανοί να εμπιστεύονται τις ψυχές τους στην αλήθεια που πιστεύουν.⁶ Ανταποκρίνονται ανάλογα με το περιεχόμενο κάθε συγκεκριμένου χωρίου — υπακούοντας στις εντολές,⁷ τρέμοντας στις απειλές,⁸ και αγκαλιάζοντας τις υποσχέσεις του Θεού για την παρούσα ζωή και τη μέλλουσα.⁹ Όμως οι κύριες πράξεις της σωτήριας πίστης έχουν άμεση σχέση με τον Χριστό — Τον αποδέχονται, Τον λαμβάνουν και αναπαύονται σε Αυτόν και μόνο για δικαίωση, αγιασμό και αιώνια ζωή, λόγω της διαθήκης της χάρης.¹⁰

4. Πράξεις 24:14
5. Ψαλμοί 19:7-10, 69:72
6. Β΄ Τιμόθεον 1:12
7. Ιωάννην 15:14
8. Ησαΐας 66:2
9. Εβραίους 11:13
10. Ιωάννην 1:12
· Πράξεις 16:31· Γαλάτες 2:20· Πράξεις 15:11

3. Αυτή η πίστη μπορεί να υπάρχει σε διαφορετικούς βαθμούς, ώστε να είναι είτε αδύναμη είτε δυνατή.¹¹ Όμως, ακόμη και στην πιο αδύναμη μορφή της, διαφέρει ως προς το είδος και τη φύση της (όπως και όλες οι άλλες σωτήριες χάρες) από την πίστη και την κοινή χάρη των πρόσκαιρων πιστών.¹² Γι’ αυτό η πίστη μπορεί συχνά να πολεμείται και να εξασθενεί, αλλά στο τέλος νικά.¹³ Σε πολλούς ωριμάζει μέχρι του σημείου να φτάσουν σε πλήρη βεβαιότητα δια του Χριστού,¹⁴ ο οποίος είναι και ο αρχηγός και ο τελειωτής της πίστης μας.¹⁵

11. Εβραίους 5:13-14· Ματθαίον 6:30· Ρωμαίους 4:19-20
12. Β΄ Πέτρου 1:1
13. Εφεσίους 6:16
· Α΄ Ιωάννη 5:4, 5
14. Εβραίους 6:11, 12
· Κολοσσαείς 2:2
15. Εβραίους 12:2​​​

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ

1. Μερικοί από τους εκλεκτούς μεταστρέφονται μετά τα νεανικά τους χρόνια, αφού έχουν ζήσει για κάποιο διάστημα στη φυσική τους κατάσταση και έχουν υπηρετήσει διάφορες κακές επιθυμίες και ηδονές. Ο Θεός τούς χαρίζει μετάνοια προς ζωή ως μέρος της αποτελεσματικής τους κλήσης.¹

1. Τίτον 3:2-5

2. Δεν υπάρχει κανείς που να πράττει το αγαθό και να μην αμαρτάνει.² Ακόμη και οι καλύτεροι άνθρωποι μπορούν να πέσουν σε μεγάλες αμαρτίες και παραπτώματα, εξαιτίας της δύναμης και της απατηλότητας της διαφθοράς που υπάρχει μέσα τους, καθώς και της ισχύος του πειρασμού. Γι’ αυτό ο Θεός, με έλεος, έχει προβλέψει στη διαθήκη της χάρης ότι οι πιστοί που αμαρτάνουν και πέφτουν θα ανανεώνονται μέσω μετάνοιας προς σωτηρία.³

2. Εκκλησιαστής 7:20
3. Λουκάν 22:31-32

3. Αυτή η σωτήρια μετάνοια είναι μία χάρη του ευαγγελίου,⁴ με την οποία εκείνοι που, δια του Αγίου Πνεύματος, συνειδητοποιούν τα πολλά κακά της αμαρτίας τους, με πίστη στον Χριστό ταπεινώνονται γι’ αυτήν με θεοσεβή λύπη, μίσος προς αυτήν και αυτοαπέχθεια.⁵ Προσεύχονται για συγχώρηση και για δύναμη χάρης και αποφασίζουν και επιδιώκουν, με τα εφόδια που παρέχει το Πνεύμα, να ζουν ενώπιον του Θεού κατά τρόπο ευάρεστο σε όλα.⁶

4. Ζαχαρίας 12:10· Πράξεις 11:18
5. Ιεζεκιήλ 36:31
· Β΄ Κορινθίους 7:11
6. Ψαλμοί 119:6, 128

4. Η μετάνοια πρέπει να συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας, εξαιτίας του σώματος του θανάτου και των ενεργειών του. Γι’ αυτό είναι καθήκον κάθε ανθρώπου να μετανοεί συγκεκριμένα για κάθε συγκεκριμένη και γνωστή αμαρτία.⁷​

7. Λουκάν 19:8· Α΄ Τιμόθεον 1:13, 15

5. Ο Θεός έχει προετοιμάσει πλήρως, δια του Χριστού, στη διαθήκη της χάρης, τη διατήρηση των πιστών στη σωτηρία τους. Έτσι, παρότι δεν υπάρχει καμία αμαρτία τόσο μικρή ώστε να μη της αξίζει καταδίκη,⁸ εντούτοις δεν υπάρχει καμία αμαρτία τόσο μεγάλη που να επιφέρει καταδίκη σε εκείνους που μετανοούν.⁹ Αυτό καθιστά απαραίτητο το συνεχές κήρυγμα της μετάνοιας.​

8. Ρωμαίους 6:23
9. Ησαΐας 1:16-18, 55:7

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16. ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΚΑΛΩΝ ΕΡΓΩΝ

1. Καλά έργα είναι μόνο εκείνα τα έργα που ο Θεός έχει προστάξει στον άγιο Λόγο Του.¹ Τα έργα που δεν έχουν αυτή την εξουσιοδότηση επινοούνται από ανθρώπους είτε από τυφλό ζήλο είτε με πρόσχημα καλών προθέσεων και δεν είναι αληθινά καλά.²

1. Μιχαίας 6:8· Εβραίους 13:21
2. Ματθαίον 15:9· Ησαΐας 29:13

2. Αυτά τα καλά έργα, που γίνονται σε υπακοή στις εντολές του Θεού, είναι ο καρπός και η απόδειξη μιας αληθινής και ζωντανής πίστης.³ Μέσα από τα καλά έργα οι πιστοί εκφράζουν την ευγνωμοσύνη τους,⁴ ενισχύουν τη βεβαιότητα της σωτηρίας τους,⁵ οικοδομούν τους αδελφούς και τις αδελφές τους, κοσμούν την ομολογία του ευαγγελίου,⁶ σταματούν τα στόματα των αντιπάλων και δοξάζουν τον Θεό.⁷ Διότι οι πιστοί είναι το ποίημα του Θεού, δημιουργημένοι εν Χριστώ Ιησού για καλά έργα,⁸ ώστε να φέρουν καρπό που οδηγεί στην αγιότητα και να έχουν ως τέλος την αιώνια ζωή.⁹

3. Ιακώβου 2:18, 22
4. Ψαλμοί 116:12-13
5. Α΄ Ιωάννη 2:3, 5
· Β΄ Πέτρου 1:5-11
6. Ματθαίον 5:16
7. Α΄ Τιμόθεον 6:1
· Α΄ Πέτρου 2:15· Φιλήμονα 1:11
8. Εφεσίους 2:10
9. Ρωμαίους 6:22

3. Η ικανότητά τους να πράττουν καλά έργα δεν προέρχεται καθόλου από τους ίδιους, αλλά εξ ολοκλήρου από το Πνεύμα του Χριστού.¹⁰ Και για να είναι σε θέση να πράττουν καλά έργα, χρειάζονται —εκτός από τις χάρες που έχουν ήδη λάβει— την πραγματική επίδραση του ίδιου Αγίου Πνεύματος, το οποίο ενεργεί μέσα τους το θέλειν και το ενεργείν σύμφωνα με την ευδοκία Του.¹¹ Όμως αυτό δεν αποτελεί λόγο για να γίνουν αμελείς, σαν να μην υποχρεούνται να εκτελούν κανένα καθήκον χωρίς κάποια ιδιαίτερη κίνηση του Πνεύματος. Αντίθετα, οφείλουν να είναι επιμελείς στο να αναζωπυρώνουν τη χάρη του Θεού που βρίσκεται μέσα τους.¹²

10. Ιωάννην 15:4-5
11. Β΄ Κορινθίους 3:5
· Φιλιππησίους 2:13
12. Φιλιππησίους 2:12
· Εβραίους 6:11, 12· Ησαΐας 64:7

4. Εκείνοι που φτάνουν στο μέγιστο ύψος υπακοής σε αυτή τη ζωή απέχουν πολύ από το να μπορούν να αξίζουν μισθό, υπερβαίνοντας το καθήκον τους ή κάνοντας περισσότερα από όσα απαιτεί ο Θεός. Αντίθετα, υστερούν σε πολλά από εκείνα που είναι καθήκον τους να πράττουν.¹³​

13. Ιώβ 9:2-3· Γαλάτες 5:17· Λουκάν 17:10

5. Ούτε με τα καλύτερα έργα μας, δεν αξίζουμε από το χέρι του Θεού συγχώρηση αμαρτιών ή αιώνια ζωή, εξαιτίας της τεράστιας δυσαναλογίας ανάμεσα στα έργα μας και στη μέλλουσα δόξα, καθώς και της άπειρης απόστασης ανάμεσα σε εμάς και τον Θεό. Με αυτά τα έργα δεν μπορούμε ούτε να ωφελήσουμε τον Θεό ούτε να Τον ικανοποιήσουμε για το χρέος των προηγούμενων αμαρτιών μας.¹⁴ Όταν έχουμε πράξει όλα όσα μπορούμε, έχουμε πράξει μόνο το καθήκον μας και είμαστε αχρείοι δούλοι. Αφού τα καλά μας έργα είναι καλά, πρέπει να προέρχονται από το Πνεύμα Του·¹⁵ και επειδή εκτελούνται από εμάς, είναι μολυσμένα και αναμεμειγμένα με τόση αδυναμία και ατέλεια, ώστε δεν μπορούν να αντέξουν την αυστηρότητα της τιμωρίας του Θεού.¹⁶

14. Ρωμαίους 3:20· Εφεσίους 2:8-9· Ρωμαίους 4:6
15. Γαλάτες 5:22-23
16. Ησαΐας 64:6
· Ψαλμοί 43:2

6. Παρ’ όλα αυτά, οι πιστοί γίνονται δεκτοί δια του Χριστού, και έτσι και τα καλά τους έργα γίνονται δεκτά εν Αυτώ.¹⁷ Αυτή η αποδοχή δεν σημαίνει ότι τα καλά μας έργα είναι εντελώς άψογα και αμόλυντα ενώπιον του Θεού. Αντίθετα, ο Θεός τα βλέπει εν τω Υιώ Του, και γι’ αυτό ευδοκιμεί να αποδέχεται και να ανταμείβει ό,τι είναι ειλικρινές, ακόμη και αν συνοδεύεται από πολλές αδυναμίες και ατέλειες.¹⁸​

17. Εφεσίους 1:5· Α΄ Πέτρου 1:5
18. Ματθαίον 25:21, 23
· Εβραίους 6:10

7. Τα έργα που εκτελούνται από μη αναγεννημένους ανθρώπους μπορεί καθ’ εαυτά να είναι προστάγματα του Θεού και ωφέλιμα για τους ίδιους και για άλλους.¹⁹ Όμως δεν προέρχονται από καρδιά καθαρισμένη δια της πίστεως,²⁰ δεν εκτελούνται με σωστό τρόπο σύμφωνα με τον Λόγο²¹ ούτε με σωστό σκοπό—τη δόξα του Θεού.²² Γι’ αυτό, είναι αμαρτωλά και δεν μπορούν να ευαρεστήσουν τον Θεό. Δεν μπορούν να καθιστούν κανέναν άξιο να λάβει χάρη από τον Θεό,²³ και παρ’ όλα αυτά η παραμέλησή τους είναι ακόμη πιο αμαρτωλή και δυσάρεστη στον Θεό.²⁴​

19. Β΄ Βασιλέων 10:30· Α΄ Βασιλέων 21:27, 29
20. Γένεση 4:5
· Εβραίους 11:4, 6
21. Α΄ Κορινθίους 13:1
22. Ματθαίον 6:2, 5
23. Αμώς 5:21-22
· Ρωμαίους 9:16· Τίτον 3:5
24. Ιώβ 21:14-15
· Ματθαίον 25:41-43

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΠΙΜΟΝΗΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

1. Εκείνοι που ο Θεός έχει δεχτεί εν τω Αγαπητώ, που έχουν αποτελεσματικά κληθεί και αγιασθεί δια του Πνεύματός Του, και που τους έχει δοθεί η πολύτιμη πίστη των εκλεκτών Του, δεν μπορούν ούτε ολοκληρωτικά ούτε εν τέλει να πέσουν από την κατάσταση της χάρης. Σίγουρα θα επιμείνουν στη χάρη μέχρι το τέλος και θα σωθούν αιώνια, διότι τα χαρίσματα και οι κλήσεις του Θεού είναι χωρίς μεταμέλεια. Γι’ αυτό, εξακολουθεί να προκαλεί και να τρέφει μέσα τους πίστη, μετάνοια, αγάπη, χαρά, ελπίδα και όλες τις χάρες του Πνεύματος που οδηγούν στην αθανασία.¹ Αν και ξεσπούν πολλές θύελλες και πλημμύρες και χτυπούν εναντίον τους, αυτά τα πράγματα δεν θα μπορέσουν ποτέ να μετακινήσουν τους εκλεκτούς από το θεμέλιο και τον βράχο στον οποίο είναι στερεωμένοι δια της πίστεως. Το αισθητό θέαμα του φωτός και της αγάπης του Θεού μπορεί να καλυφθεί και να σκοτισθεί για λίγο λόγω της απιστίας τους και των πειρασμών του Σατανά.² Όμως ο Θεός παραμένει ο ίδιος· σίγουρα θα διατηρηθούν με τη δύναμη του Θεού για σωτηρία, όπου θα απολαύσουν την αποκτημένη κληρονομία τους. Διότι είναι χαραγμένοι στις παλάμες των χεριών Του, και τα ονόματά τους έχουν γραφτεί στο βιβλίο της ζωής από την αιωνιότητα.³

1. Ιωάννην 10:28-29· Φιλήμονα 1:6· Β΄ Τιμόθεον 2:19· Α΄ Ιωάννη 2:19
2. Ψαλμοί 89:31-32· Α΄ Κορινθίους 11:32
3. Μαλαχίας 3:6

2. Αυτή η επιμονή των αγίων δεν εξαρτάται από τη δική τους ελεύθερη βούληση, αλλά από το αμετάβλητο διάταγμα της εκλογής,⁴ το οποίο πηγάζει από την ελεύθερη και αμετάβλητη αγάπη του Θεού Πατέρα. Βασίζεται στην αποτελεσματικότητα της αξίας και της μεσιτείας του Ιησού Χριστού και στην ένωση μαζί Του,⁵ στο όρκο του Θεού,⁶ στη διαμονή του Πνεύματός Του,⁷ στο σπέρμα του Θεού μέσα τους,⁸ και στη φύση της διαθήκης της χάρης.⁹ Η βεβαιότητα και η αμετακίνητη επιμονή τους στηρίζεται σε όλα αυτά.

4. Ρωμαίους 8:30, 9:11, 16
5. Ρωμαίους 5:9-10
· Ιωάννην 14:19
6. Εβραίους 6:17-18
7. Α΄ Ιωάννη 3:9
8. Ιερεμίας 32:40

3. Μπορεί να πέσουν σε οδυνηρές αμαρτίες και να επιμείνουν σε αυτές για κάποιο διάστημα, εξαιτίας του πειρασμού του Σατανά και του κόσμου, της δύναμης της διαφθοράς που παραμένει μέσα τους και της παραμέλησης των μέσων διατήρησής τους.⁹ Κάνοντας τούτο, προκαλούν τη δυσαρέσκεια του Θεού και λυπούν το Άγιο Πνεύμα Του·¹⁰ οι χάρες και οι παρηγοριές τους μειώνονται·¹¹ οι καρδιές τους σκληρύνονται και οι συνειδήσεις τους πληγώνονται·¹² βλάπτουν και σκανδαλίζουν άλλους και επιφέρουν προσωρινές κρίσεις πάνω στον εαυτό τους.¹³ Παρ’ όλα αυτά, θα ανανεώσουν τη μετάνοιά τους και θα διατηρηθούν δια της πίστεως στον Χριστό Ιησού μέχρι τέλους.¹⁴

9. Ματθαίον 26:70, 72, 74
10. Ησαΐας 64:5, 9
· Εφεσίους 4:30
11. Ψαλμοί 51:10, 12
12. Ψαλμοί 32:3-4
13. Β΄ Σαμουήλ 12:14
14. Λουκάν 22:32, 61, 62​​​

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΧΑΡΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

1. Πρόσκαιροι πιστοί και άλλοι μη αναγεννημένοι άνθρωποι μπορεί να εξαπατούν τον εαυτό τους μάταια με ψευδείς ελπίδες και σαρκικές υποθέσεις ότι έχουν την εύνοια και τη σωτηρία του Θεού, αλλά η ελπίδα τους θα χαθεί.¹ Όμως εκείνοι που πιστεύουν αληθινά στον Κύριο Ιησού και Τον αγαπούν ειλικρινά, προσπαθώντας να ζουν ενώπιον Του με καλή συνείδηση στα πάντα, μπορούν με βεβαιότητα να γνωρίζουν σε αυτή τη ζωή ότι βρίσκονται σε κατάσταση χάρης. Μπορούν να χαίρονται στην ελπίδα της δόξας του Θεού,² και αυτή η ελπίδα ποτέ δεν θα τους ντροπιάσει.³

1. Ιώβ 8:13-14· Ματθαίον 7:22-23
2. Α΄ Ιωάννη 2:3, 3:14, 18, 19, 21, 24, 5:13
3. Ρωμαίους 5:2, 5

2. Αυτή η βεβαιότητα δεν είναι μια απλή ανεπαρκής ή πιθανή πεποίθηση βασισμένη σε ελαττωματική ελπίδα. Είναι μια ασάλευτη βεβαιότητα της πίστης,⁴ θεμελιωμένη στο αίμα και την δικαιοσύνη του Χριστού που αποκαλύπτεται στο Ευαγγέλιο.⁵ Βασίζεται επίσης στην εσωτερική μαρτυρία των χάρεων του Πνεύματος για τα οποία έχουν δοθεί υποσχέσεις.⁶ Επιπλέον, στηρίζεται στη μαρτυρία του Πνεύματος της υιοθεσίας, που μαρτυρεί μαζί με τα πνεύματά μας ότι είμαστε παιδιά του Θεού.⁷ Ως καρπός αυτής της βεβαιότητας, οι καρδιές μας διατηρούνται ταπεινές και άγιες.⁸

4. Εβραίους 6:11, 19
5. Εβραίους 6:17-18
6. Β΄ Πέτρου 1:4-5, 10-11
7. Ρωμαίους 8:15-16
8. Α΄ Ιωάννη 3:1-3

3. Αυτή η ασάλευτη βεβαιότητα δεν αποτελεί τόσο ουσιαστικό μέρος της πίστης ώστε να βιώνεται πάντα πλήρως μαζί με την πίστη,¹⁹ αλλά οι αληθινοί πιστοί μπορεί να περιμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα και να παλεύουν με πολλές δυσκολίες προτού την αποκτήσουν. Όμως, με τη δυνατότητα που δίνει το Πνεύμα να γνωρίζουν τα πράγματα που τους δίνονται ελεύθερα από τον Θεό, μπορούν να φτάσουν σε αυτή τη βεβαιότητα χρησιμοποιώντας κατάλληλα τα συνηθισμένα μέσα, χωρίς καμία εξαιρετική αποκάλυψη.²⁰ Γι’ αυτό είναι καθήκον όλων να είναι όσο το δυνατόν επιμελείς ώστε να κάνουν βέβαιη την κλήση και την εκλογή τους. Με αυτόν τον τρόπο οι καρδιές τους μπορούν να διευρυνθούν σε ειρήνη και χαρά εν Αγίω Πνεύματι, σε αγάπη και ευγνωμοσύνη προς τον Θεό, και σε δύναμη και χαρά στα καθήκοντα υπακοής. Αυτά τα αποτελέσματα είναι οι φυσικοί καρποί αυτής της βεβαιότητας.²¹ Έτσι, η βεβαιότητα αυτή δεν ενθαρρύνει καθόλου τους πιστούς να γίνουν αμελείς.²²

9. Ησαΐας 50:10· Ψαλμοί 88· Ψαλμοί 77:1-12
10. Α΄ Ιωάννη 4:13
· Εβραίους 6:11-12
11. Ρωμαίους 5:1-2, 5, 14:17
· Ψαλμοί 119:32
12. Ρωμαίους 6:1-2
· Τίτον 2:11-12, 14

 

4. Οι αληθινοί πιστοί μπορεί με διάφορους τρόπους να δουν τη βεβαιότητα της σωτηρίας τους να κλονίζεται, να μειώνεται ή να χάνεται προσωρινά. Αυτό μπορεί να συμβεί επειδή παραμελούν να τη διατηρήσουν¹³ ή πέφτουν σε κάποια συγκεκριμένη αμαρτία που πληγώνει τη συνείδησή τους και λυπεί το Πνεύμα.¹⁴ Μπορεί επίσης να συμβεί εξαιτίας κάποιου απροσδόκητου ή ισχυρού πειρασμού¹⁵ ή όταν ο Θεός αποσύρει το φως του προσώπου Του και επιτρέπει ακόμη και σ’ εκείνους που Τον φοβούνται να περπατούν στο σκοτάδι και να μην έχουν φως.¹⁶ Όμως ποτέ δεν στερούνται πλήρως του σπέρματος του Θεού,¹⁷ της ζωής της πίστης,¹⁸ της αγάπης προς τον Χριστό και τους αδελφούς, της ειλικρίνειας της καρδιάς ή της συνείδησης για το καθήκον τους. Από αυτές τις χάρες, μέσω του έργου του Πνεύματος, αυτή η βεβαιότητα μπορεί, τον σωστό καιρό, να αναζωογονηθεί.¹⁹ Εν τω μεταξύ, χάρη σ’ αυτές διατηρούνται από την απόλυτη απελπισία.²⁰

13. Άσμα Ασμάτων 5:2-3, 6
14. Ψαλμοί 51:8, 12, 14
15. Ψαλμοί 116:11, 77:7-8, 31:22
16. Ψαλμοί 30:7
17. Α΄ Ιωάννη 3:9
18. Λουκάν 22:32
19. Ψαλμοί 42:5, 11
20. Θρήνοι 3:26-31

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19. ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

1. Ο Θεός έδωσε στον Αδάμ έναν νόμο καθολικής υπακοής, γραμμένο στην καρδιά του, και μια συγκεκριμένη εντολή να μη φάει από τον καρπό του δέντρου της γνώσεως του καλού και του κακού.¹ Με αυτά ο Θεός τον υποχρέωσε — και μαζί του όλους τους απογόνους του — σε προσωπική, πλήρη, ακριβή και διαρκή υπακοή.² Ο Θεός υποσχέθηκε ζωή αν ο Αδάμ τον εκπλήρωνε και απείλησε με θάνατο αν τον παραβίαζε, και του έδωσε τη δύναμη και την ικανότητα να τον τηρήσει.³

1. Γένεση 1:27· Εκκλησιαστής 7:29
2. Ρωμαίους 10:5
3. Γαλάτες 3:10, 12

2. Ο ίδιος νόμος που αρχικά ήταν γραμμένος στην καρδιά του ανθρώπου παρέμεινε, μετά την πτώση, τέλειος κανόνας δικαιοσύνης.⁴
Παραδόθηκε από τον Θεό στο όρος Σινά σε δέκα εντολές και γράφτηκε σε δύο πλάκες. Οι τέσσερις πρώτες εντολές περιέχουν το καθήκον μας προς τον Θεό και οι άλλες έξι το καθήκον μας προς τον άνθρωπο.⁵

4. Ρωμαίους 2:14-15
5. Δευτερονόμιο 10:4

3. Πέρα από αυτόν τον νόμο — που συνήθως ονομάζεται ηθικός νόμος — ο Θεός ευδόκησε να δώσει στον λαό του Ισραήλ και τελετουργικούς νόμους, οι οποίοι περιείχαν διάφορες τυπολογικές διατάξεις. Κατά έναν τρόπο αφορούσαν τη λατρεία, προεικονίζοντας τον Χριστό, τις χάρες του, τα έργα του, τα παθήματά του και τα ευεργετήματά του.⁶ Κατά άλλον τρόπο αποκάλυπταν διάφορες οδηγίες σχετικά με ηθικά καθήκοντα.⁷ Επειδή όλοι αυτοί οι τελετουργικοί νόμοι είχαν οριστεί μόνο για τον καιρό της Παλαιάς Διαθήκης, τώρα έχουν καταργηθεί και αφαιρεθεί από τον Ιησού Χριστό. Ως αληθινός Μεσσίας και μόνος νομοθέτης, είχε την εξουσία από τον Πατέρα να το πράξει αυτό.⁸

6. Εβραίους 10:1· Κολοσσαείς 2:17
7. Α΄ Κορινθίους 5:7
8. Κολοσσαείς 2:14,16-17
· Εφεσίους 2:14,16

4. Στον Ισραήλ έδωσε επίσης διάφορους δικαστικούς νόμους, οι οποίοι έπαυσαν μαζί με την παύση του έθνους τους· αυτοί δεν δεσμεύουν πλέον κανέναν ως προς εκείνο το καθεστώς, παρά μόνο οι γενικές αρχές δικαιοσύνης που περιέχονται σε αυτούς έχουν ακόμη ηθική ισχύ.⁹​

9. Α΄ Κορινθίους 9:8-10

5. Ο ηθικός νόμος απαιτεί πάντοτε την υπακοή όλων των ανθρώπων, τόσο εκείνων που έχουν δικαιωθεί όσο και των υπόλοιπων.¹⁰ Η υποχρέωση αυτή προκύπτει όχι μόνο από το περιεχόμενό του αλλά και από την εξουσία του Θεού, του Δημιουργού που τον έδωσε.¹¹ Ούτε ο Χριστός καταργεί με οποιονδήποτε τρόπο αυτή την υποχρέωση μέσω του Ευαγγελίου· αντιθέτως, την ενισχύει σε μεγάλο βαθμό.¹²​

10. Ρωμαίους 13:8-10· Ιακώβου 2:8, 10-12
11. Ιακώβου 2:10, 11
12. Ματθαίον 5:17-19
· Ρωμαίους 3:31

6. Οι αληθινοί πιστοί δεν βρίσκονται υπό τον νόμο ως διαθήκη έργων, ώστε να δικαιώνονται ή να καταδικάζονται μέσω αυτού.¹³ Ωστόσο, είναι πολύ χρήσιμος τόσο σε αυτούς όσο και στους άλλους ως κανόνας ζωής, διότι τους γνωστοποιεί το θέλημα του Θεού και το καθήκον τους. Τους κατευθύνει και τους δεσμεύει να ζουν σύμφωνα με τις εντολές του. Επίσης αποκαλύπτει τις αμαρτωλές διαφθορές της φύσεώς τους, των καρδιών τους και της ζωής τους. Καθώς εξετάζουν τους εαυτούς τους υπό το φως του νόμου, οδηγούνται σε βαθύτερη πεποίθηση περί αμαρτίας, σε ταπείνωση εξαιτίας αυτής και σε μίσος προς αυτήν,¹⁴ καθώς και σε καθαρότερη αντίληψη της ανάγκης τους για τον Χριστό και της τελειότητας της υπακοής του. Ο νόμος είναι επίσης χρήσιμος στους αναγεννημένους για να συγκρατεί τις διαφθορές τους, επειδή απαγορεύει την αμαρτία. Η τιμωρία που απειλείται από τον νόμο τούς δείχνει τι αξίζουν οι αμαρτίες τους και ποιες θλίψεις μπορούν να αναμένουν σε αυτή τη ζωή εξαιτίας της αμαρτίας τους, παρόλο που έχουν ελευθερωθεί από την κατάρα και την αμείωτη αυστηρότητά του. Οι υποσχέσεις του νόμου επίσης τους δείχνουν την ευαρέσκεια του Θεού προς την υπακοή και τις ευλογίες που μπορούν να αναμένουν όταν τον τηρούν, παρόλο που οι ευλογίες αυτές δεν τους οφείλονται από τον νόμο ως διαθήκη έργων. Εάν οι άνθρωποι πράττουν το καλό και απέχουν από το κακό επειδή ο νόμος ενθαρρύνει το καλό και αποτρέπει το κακό, αυτό δεν σημαίνει ότι βρίσκονται υπό τον νόμο και όχι υπό τη χάρη.¹⁵​

13. Ρωμαίους 6:14· Γαλάτες 2:16· Ρωμαίους 8:1, 10:4
14. Ρωμαίους 3:20, 7:7, κτλ.
15. Ρωμαίους 6:12-14
· Α΄ Πέτρου 3:8-13

7. Αυτές οι χρήσεις του νόμου δεν είναι αντίθετες προς τη χάρη του Ευαγγελίου, αλλά βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με αυτήν,¹⁶ διότι το Πνεύμα του Χριστού υποτάσσει και καθιστά ικανή την ανθρώπινη βούληση να πράττει ελεύθερα και πρόθυμα εκείνο που το θέλημα του Θεού, όπως αποκαλύπτεται στον νόμο, απαιτεί.¹⁷​

16. Γαλάτες 3:21
17. Ιεζεκιήλ 36:27

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20. ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΚΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΧΑΡΗΣ ΤΟΥ

1. Επειδή η διαθήκη των έργων παραβιάστηκε από την αμαρτία και δεν μπορούσε να χαρίσει ζωή, ο Θεός ευδόκησε να διακηρύξει την υπόσχεση του Χριστού, του σπέρματος της γυναίκας, ως το μέσο με το οποίο θα κληθούν οι εκλεκτοί και θα γεννηθεί μέσα τους πίστη και μετάνοια.¹ Σε αυτή την υπόσχεση το ευαγγέλιο, ως προς την ουσία του, αποκαλύφθηκε και κατέστη αποτελεσματικό για τη μεταστροφή και τη σωτηρία των αμαρτωλών.²

1. Γένεση 3:15
2. Αποκάλυψη 13:8

2. Αυτή η υπόσχεση περί του Χριστού και της σωτηρίας δι’ αυτού αποκαλύπτεται μόνον στον Λόγο του Θεού.³ Τα έργα της δημιουργίας και της προνοίας, όταν υποβοηθούνται μόνο από το φως της φύσεως, δεν αποκαλύπτουν τον Χριστό ούτε τη χάρη δι’ αυτού, ούτε καν με γενικό ή ασαφή τρόπο.⁴ Είναι ακόμη λιγότερο δυνατόν, όσοι στερούνται της αποκαλύψεως αυτού στην υπόσχεση ή στο ευαγγέλιο να φθάσουν σε σωτήρια πίστη ή μετάνοια, βλέποντας αυτά τα έργα του Θεού.⁵

3. Ρωμαίους 1:17
4. Ρωμαίους 10:14-15, 17
5. Παροιμίες 29:18· Ησαΐας 25:7, 60:2-3

3. Το ευαγγέλιο έχει αποκαλυφθεί στους αμαρτωλούς σε διάφορους καιρούς και σε διαφορετικούς τόπους, μαζί με τις υποσχέσεις και τις εντολές που περιγράφουν την υπακοή που απαιτεί. Τα συγκεκριμένα έθνη και τα άτομα στα οποία χορηγείται αυτή η αποκάλυψη εκλέγονται αποκλειστικά σύμφωνα με το κυρίαρχο θέλημα και την ευδοκία του Θεού.⁶ Η εκλογή αυτή δεν εξαρτάται από καμία υπόσχεση προς εκείνους που χρησιμοποιούν σωστά τις φυσικές τους ικανότητες βάσει του κοινού φωτός που έχουν λάβει χωρίς το ευαγγέλιο. Κανείς ποτέ δεν το έπραξε αυτό, ούτε μπορεί να το πράξει.⁷ Γι’ αυτό, σε κάθε εποχή, το κήρυγμα του ευαγγελίου προς άτομα και έθνη χορηγείται σε πολύ διαφορετικό βαθμό, άλλοτε με εξάπλωση και άλλοτε με περιορισμό, σύμφωνα με τη βουλή του θελήματος του Θεού.

6. Ψαλμοί 147:20· Πράξεις 16:7
7. Ρωμαίους 1:18-32

4. Το ευαγγέλιο είναι το μόνο εξωτερικό μέσο για την αποκάλυψη του Χριστού και της σωτήριας χάρης, και είναι απολύτως επαρκές γι’ αυτόν τον σκοπό. Όμως, για να αναγεννηθούν, να ζωοποιηθούν ή να ανακαινισθούν, εκείνοι που είναι νεκροί στα παραπτώματα πρέπει επίσης να έχουν ένα αποτελεσματικό και ακαταμάχητο έργο του Αγίου Πνεύματος σε κάθε μέρος της ψυχής τους, ώστε να γεννηθεί μέσα τους νέα πνευματική ζωή.⁸ Χωρίς αυτό, κανένα άλλο μέσο δεν μπορεί να επιφέρει τη μεταστροφή τους προς τον Θεό.⁹

8. Ψαλμοί 110:3· Α΄ Κορινθίους 2:14· Εφεσίους 1:19-20
9. Ιωάννην 6:44· Β΄ Κορινθίους 4:4, 6

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

1. Η ελευθερία που ο Χριστός εξαγόρασε για τους πιστούς υπό το ευαγγέλιο περιλαμβάνει την απαλλαγή τους από την ενοχή της αμαρτίας, από την καταδικαστική οργή του Θεού και από την αυστηρότητα και την κατάρα του νόμου.¹ Περιλαμβάνει επίσης την απελευθέρωσή τους από τον παρόντα πονηρό αιώνα,² από τη δουλεία του Σατανά,³ από την εξουσία της αμαρτίας,⁴ από τα παθήματα των θλίψεων,⁵ από τον φόβο και το κεντρί του θανάτου και από τη νίκη του τάφου,⁶ καθώς και από την αιώνια καταδίκη.⁷ Επιπλέον, περιλαμβάνει την ελεύθερη πρόσβασή τους προς τον Θεό και την υπακοή τους προς αυτόν, όχι από δουλοπρεπή φόβο⁸ αλλά από παιδική αγάπη και πρόθυμη διάθεση.⁹ Όλες αυτές τις ελευθερίες τις απολάμβαναν στην ουσία τους και οι πιστοί υπό τον νόμο.¹⁰ Όμως, υπό την Καινή Διαθήκη η ελευθερία των Χριστιανών διευρύνεται περισσότερο. Είναι ελεύθεροι από τον ζυγό του τελετουργικού νόμου στον οποίο υποβαλλόταν η εβραϊκή εκκλησία· έχουν μεγαλύτερη παρρησία στην πρόσβαση προς τον θρόνο της χάρης· και έχουν πληρέστερη χορηγία του ελεύθερου Πνεύματος του Θεού απ’ ό,τι είχαν, υπό κανονικές συνθήκες, οι πιστοί υπό τον νόμο.¹¹

1. Γαλάτες 3:13
2. Γαλάτες 1:4
3. Πράξεις 26:18
4. Ρωμαίους 8:3
5. Ρωμαίους 8:28
6. Α΄ Κορινθίους 15:54-57
7. Β΄ Θεσσαλονικείς 1:10
8. Ρωμαίους 8:15
9. Λουκάν 1:73-75· Α΄ Ιωάννη 4:18
10. Γαλάτες 3:9, 14
11. Ιωάννην 7:38-39· Εβραίους 10:19-21

2. Μόνον ο Θεός είναι Κύριος της συνείδησης,¹² και την έχει απαλλάξει από κάθε υποχρέωση να υπακούει ανθρώπινες διδασκαλίες και εντολές που με οποιονδήποτε τρόπο είναι αντίθετες στον Λόγο Του ή που δεν περιέχονται σε αυτόν.¹³ Συνεπώς, το να πιστεύει κανείς τέτοιες διδασκαλίες ή να υπακούει σε τέτοιες εντολές από συνείδηση αποτελεί προδοσία της αληθινής ελευθερίας της συνείδησης.¹⁴ Η απαίτηση άκριτης πίστης ή απόλυτης και τυφλής υπακοής καταστρέφει επίσης την ελευθερία της συνείδησης και τη λογική.¹⁵

12. Ιακώβου 4:12· Ρωμαίους 14:4
13. Πράξεις 4:19, 29· Α΄ Κορινθίους 7:23· Ματθαίον 15:9
14. Κολοσσαείς 2:20, 22-23
15. Α΄ Κορινθίους 3:5· Β΄ Κορινθίους 1:24

3. Όσοι χρησιμοποιούν την χριστιανική ελευθερία ως δικαιολογία για να πράττουν οποιαδήποτε αμαρτία ή να τρέφουν οποιαδήποτε αμαρτωλή επιθυμία διαστρεβλώνουν το κύριο σχέδιο της χάρης του ευαγγελίου προς δική τους καταστροφή,¹⁶ και καταστρέφουν εντελώς τον σκοπό της χριστιανικής ελευθερίας. Ο σκοπός αυτός είναι να μπορούμε, αφού έχουμε ελευθερωθεί από τα χέρια όλων των εχθρών μας, να υπηρετούμε τον Κύριο χωρίς φόβο, με αγιότητα και δικαιοσύνη ενώπιόν Του, όλες τις ημέρες της ζωής μας.¹⁷

16. Ρωμαίους 6:1-2
17. Γαλάτες 5:13· Β΄ Πέτρου 2:18, 21

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ

1. Το φως της φύσεως αποδεικνύει ότι υπάρχει Θεός, ο οποίος έχει κυριαρχία και εξουσία επάνω στα πάντα. Είναι δίκαιος και αγαθός και κάνει καλό στους πάντες. Γι’ αυτό πρέπει να Τον φοβούνται, να Τον αγαπούν, να Τον δοξάζουν, να Τον επικαλούνται, να Τον εμπιστεύονται και να Τον υπηρετούν — με όλη την καρδιά και με όλη την ψυχή και με όλη τη δύναμη.¹ Όμως ο αποδεκτός τρόπος λατρείας του αληθινού Θεού έχει θεσπιστεί από τον ίδιο,² και καθορίζεται από το δικό Του φανερωμένο θέλημα. Έτσι, δεν πρέπει να λατρεύεται σύμφωνα με ανθρώπινες φαντασίες ή επινοήσεις ή με τις υποδείξεις του Σατανά, ούτε μέσω οποιωνδήποτε ορατών απεικονίσεων, ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο που δεν ορίζεται στην Αγία Γραφή.³

1. Ιερεμίας 10:7· Μάρκον 12:33
2. Δευτερονόμιο 12:32
3. Έξοδος 20:4-6

2. Η θρησκευτική λατρεία πρέπει να αποδίδεται στον Θεό Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα, και μόνο σε Αυτόν⁴ — όχι σε αγγέλους, αγίους ή οποιαδήποτε άλλα κτίσματα.⁵ Από την πτώση και έπειτα, η λατρεία δεν πρέπει να αποδίδεται χωρίς μεσίτη⁶ ούτε μέσω οποιασδήποτε άλλης μεσιτείας παρά μόνο αυτής του Χριστού.⁷

4. Ματθαίον 4:9, 10· Ιωάννην 6:23· Ματθαίον 28:19
5. Ρωμαίους 1:25· Κολοσσαείς 2:18· Αποκάλυψη 19:10
6. Ιωάννην 14:6
7. Α΄ Τιμόθεον 2:5

3. Η προσευχή με ευχαριστία είναι στοιχείο της φυσικής λατρείας και έτσι απαιτείται από τον Θεό από όλους.⁸ Όμως, για να είναι αποδεκτή, πρέπει να γίνεται στο όνομα του Υιού,⁹ με τη βοήθεια του Πνεύματος,¹⁰ σύμφωνα με το θέλημά Του.¹¹ Πρέπει να συνοδεύεται από κατανόηση, σεβασμό, ταπείνωση, ζήλο, πίστη, αγάπη και επιμονή. Η προσευχή μαζί με άλλους πρέπει να γίνεται σε γλώσσα που γίνεται κατανοητή.¹²

8. Ψαλμοί 95:1-7, 65:2
9. Ιωάννην 14:13-14
10. Ρωμαίους 8:26
11. Α΄ Ιωάννη 5:14
12. Α΄ Κορινθίους 14:16, 17

4. Η προσευχή πρέπει να γίνεται για πράγματα που είναι σύμφωνα με τον νόμο του Θεού και για κάθε είδους ανθρώπους που ζουν τώρα ή που θα ζήσουν στο μέλλον.¹³ Όμως δεν πρέπει να γίνεται προσευχή για τους νεκρούς¹⁴ ούτε για εκείνους που είναι γνωστό ότι έχουν διαπράξει την αμαρτία που οδηγεί στον θάνατο.¹⁵​

13. Α΄ Τιμόθεον 2:1-2· Β΄ Σαμουήλ 7:29
14. Β΄ Σαμουήλ 12:21-23
15. Α΄ Ιωάννη 5:16

5. Τα στοιχεία της θρησκευτικής λατρείας του Θεού περιλαμβάνουν την ανάγνωση των Γραφών,¹⁶ το κήρυγμα και την ακρόαση του Λόγου του Θεού,¹⁷ τη διδασκαλία και τη νουθεσία μεταξύ μας με ψαλμούς, ύμνους και πνευματικά άσματα, ψάλλοντας με χάρη στις καρδιές μας προς τον Κύριο,¹⁸ καθώς και τη χορήγηση του βαπτίσματος¹⁹ και του δείπνου του Κυρίου.²⁰ Πρέπει να τελούνται από υπακοή σε Αυτόν, με κατανόηση, πίστη, σεβασμό και θεοσεβή φόβο. Επίσης, ιδιαίτερες πράξεις ταπείνωσης με νηστεία²¹ και καιροί ευχαριστίας πρέπει να τηρούνται σε ειδικές περιπτώσεις με άγιο και ευλαβή τρόπο.²²​

16. Α΄ Τιμόθεον 4:13
17. Β΄ Τιμόθεον 4:2· Λουκάν 8:18
18. Κολοσσείς 3:16· Εφεσίους 5:19
19. Ματθαίον 28:19-20
20. Α΄ Κορινθίους 11:26
21. Εσθήρ 4:16· Ιωήλ 2:12
22. Έξοδος 15:1-19· Ψαλμοί 107

6. Υπό το ευαγγέλιο, ούτε η προσευχή ούτε οποιοδήποτε άλλο μέρος της θρησκευτικής λατρείας περιορίζεται πλέον ή καθίσταται πιο αποδεκτό από τον τόπο όπου τελείται ή προς την κατεύθυνση που πραγματοποιείται. Αντίθετα, ο Θεός πρέπει να λατρεύεται παντού με πνεύμα και αλήθεια²³ — καθημερινά²⁴ σε κάθε οικογένεια²⁵ και ιδιωτικά από κάθε άτομο.²⁶ Επίσης, η πιο επίσημη λατρεία πρέπει να τελείται στις δημόσιες συναθροίσεις, και αυτές δεν πρέπει να παραμελούνται ή να εγκαταλείπονται απρόσεκτα ή εσκεμμένα, όταν ο Θεός με τον λόγο Του ή με την πρόνοιά Του μας καλεί σε αυτές.²⁷​

23. Ιωάννην 4:21· Μαλαχίας 1:11· Α΄ Τιμόθεον 2:8
24. Πράξεις 10:2
25. Ματθαίον 6:11· Ψαλμοί 55:17
26. Ματθαίον 6:6
27. Εβραίους 10:25· Πράξεις 2:42

7. Είναι νόμος της φύσεως ότι γενικά ένα ποσοστό του χρόνου, το οποίο ορίζει ο Θεός, πρέπει να αφιερώνεται στη λατρεία του Θεού. Έτσι, με τον Λόγο Του, ως θετική, ηθική και διαρκή εντολή που δεσμεύει όλους τους ανθρώπους σε κάθε εποχή, όρισε συγκεκριμένα μία ημέρα από τις επτά ως σάββατο που πρέπει να τηρείται άγια προς Αυτόν.²⁸ Από την αρχή του κόσμου έως την ανάσταση του Χριστού, η καθορισμένη ημέρα ήταν η τελευταία ημέρα της εβδομάδας. Μετά την ανάσταση του Χριστού, μεταφέρθηκε στην πρώτη ημέρα της εβδομάδας, η οποία ονομάζεται Κυριακή ημέρα.²⁹ Αυτή η ημέρα πρέπει να τηρείται έως το τέλος του αιώνα ως το Χριστιανικό Σάββατο, αφού η τήρηση της τελευταίας ημέρας της εβδομάδας έχει καταργηθεί.​

28. Έξοδος 20:8
29. Α΄ Κορινθίους 16:1-2· Πράξεις 20:7· Αποκάλυψη 1:10

8. Το Σάββατο τηρείται άγιο προς τον Κύριο όταν οι άνθρωποι έχουν πρώτα προετοιμάσει κατάλληλα τις καρδιές τους και έχουν κανονίσει εκ των προτέρων τις καθημερινές τους υποθέσεις. Έπειτα, τηρούν όλη την ημέρα ιερή ανάπαυση από τα δικά τους έργα, λόγια και σκέψεις σχετικά με την κοσμική τους εργασία και την αναψυχή τους.³⁰ Όχι μόνο αυτό, αλλά αφιερώνουν ολόκληρη την ημέρα σε δημόσιες και ιδιωτικές πράξεις λατρείας και με καθήκοντα της ανάγκης και του ελέους.³¹​

30. Ησαΐας 58:13· Νεεμίας 13:15-22
31. Ματθαίον 12:1-13

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23. ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΜΩΝ ΟΡΚΩΝ ΚΑΙ ΤΑΜΑΤΩΝ

1. Ένας νόμιμος όρκος αποτελεί στοιχείο της θρησκευτικής λατρείας, κατά τον οποίο το άτομο που ορκίζεται, με αλήθεια, δικαιοσύνη και κρίση, επικαλείται με σοβαρότητα τον Θεό ως μάρτυρα για όσα ορκίζεται¹ και ζητά να κριθεί από Αυτόν ανάλογα με το αν ο όρκος είναι αληθινός ή ψευδής.²

1. Έξοδος 20:7· Δευτερονόμιο 10:20· Ιερεμίας 4:2
2. Β΄ Χρονικών 6:22-23

2. Οι άνθρωποι πρέπει να ορκίζονται μόνο στο όνομα του Θεού και με τον ύψιστο σεβασμό και φόβο.³ Συνεπώς, το να ορκίζεται κανείς με μάταιο ή ανάρμοστο όρκο στο ένδοξο και φοβερό αυτό Όνομα, ή το να ορκίζεται σε οτιδήποτε άλλο, είναι αμαρτία και πρέπει να αποστρέφεται. Ωστόσο, σε σοβαρά και σημαντικά ζητήματα, ο όρκος επιτρέπεται από τον Λόγο του Θεού για να επιβεβαιώνει την αλήθεια και να τερματίζει κάθε διαφωνία.⁴ Έτσι, ένας νόμιμος όρκος πρέπει να λαμβάνεται όταν απαιτείται από νόμιμη αρχή σε τέτοιες περιπτώσεις.⁵

3. Ματθαίον 5:34, 37· Ιακώβου 5:12
4. Εβραίους 6:16· Β΄ Κορινθίους 1:23
5. Νεεμίας 13:25

3. Όποιος δίνει όρκο που επιτρέπεται από τον Λόγο του Θεού πρέπει να εξετάζει με την δέουσα σοβαρότητα τη βαρύτητα μιας τέτοιας σημαντικής πράξης και να δηλώνει σε αυτόν μόνο ό,τι γνωρίζει ότι είναι αλήθεια. Διότι ο Κύριος οργίζεται από ανάρμοστους, ψευδείς και μάταιους όρκους, και εξαιτίας αυτών πενθεί αυτή η γη.⁶

6. Λευϊτικό 19:12· Ιερεμίας 23:10

4. Ένας όρκος πρέπει να εκφράζεται με την απλή και συνήθη έννοια των λέξεων, χωρίς καμία ασάφεια ή νοητική επιφύλαξη.⁷​

7. Ψαλμοί 24:4

5. Το τάμα δεν πρέπει να γίνεται σε κανένα πλάσμα, παρά μόνο στον Θεό. Τα τάματα πρέπει να γίνονται και να τηρούνται με τη μέγιστη επιμέλεια και πιστότητα.⁸ Ωστόσο, τα μοναστικά τάματα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας για δια βίου αγαμία,⁹ ομολογημένης φτώχειας¹⁰ και υπακοή στους μοναστικούς κανόνες, δεν είναι σε καμία περίπτωση μέσα για υψηλότερη αγιότητα. Αντίθετα, αποτελούν δεισιδαιμονικές και αμαρτωλές παγίδες στις οποίες οι Χριστιανοί δεν πρέπει να εμπλέκονται.¹¹​

8. Ψαλμοί 76:11· Γένεση 28:20-22
9. Α'  Κορινθίους 7:2, 9
10. Εφεσίους 4:28
11. Ματθαίον 19:1

Chapter 24. Of the Civil magistrate

1. God, the supreme Lord and King of all the world, has ordained civil magistrates to be under him, over the people, for his own glory and the public good; and to this end has armed them with the power of the sword, for defence and encouragement of them that do good, and for the punishment of evil doers. 1
 

1. Romans 13:1-4

2. It is lawful for Christians to accept and execute the office of a magistrate when called thereunto; in the management whereof, as they ought especially to maintain justice and peace, 3 according to the wholesome laws of each kingdom and commonwealth, so for that end they may lawfully now, under the New Testament, wage war upon just and necessary occasions. 4
 

3. 2 Samuel 23:3; Psalms 82:3-4
4. Luke 3:14

3. Civil magistrates being set up by God for the ends aforesaid; subjection, in all lawful things commanded by them, ought to be yielded by us in the Lord, not only for wrath, but for conscience’ sake; 5 and we ought to make supplications and prayers for kings and all that are in authority, that under them we may live a quiet and peaceable life, in all godliness and honesty. 6
 

5. Romans 13:5-7; 1 Peter 2:17
6. 1 Timothy 2:1-2​​​

Chapter 25. Of Marriage

1. Marriage is to be between one man and one woman; neither is it lawful for any man to have more than one wife, nor for any woman to have more than one husband at the same time. 1
 

1. Genesis 2:24; Malachi 2:15; Matthew 19:5-6

2. Marriage was ordained for the mutual help of husband and wife, 2 for the increase of mankind with a legitimate issue, 3 and the preventing of uncleanness. 4
 

2. Genesis 2:18
3. Genesis 1:28
4. 1 Corinthians 7:2, 9

3. It is lawful for all sorts of people to marry, who are able with judgment to give their consent; 5 yet it is the duty of Christians to marry in the Lord; 6 and therefore such as profess the true religion, should not marry with infidels, or idolaters; neither should such as are godly, be unequally yoked, by marrying with such as are wicked in their life, or maintain damnable heresy. 7
 

5. Hebrews 13:4; 1 Timothy 4:3
6. 1 Corinthians 7:39
7. Nehemiah 13:25-27

4. Marriage ought not to be within the degrees of consanguinity or affinity, forbidden in the Word; 8 nor can such incestuous marriages ever be made lawful, by any law of man or consent of parties, so as those persons may live together as man and wife. 9

8. Leviticus 18
9. Mark 6:18; 1 Corinthians 5:1

Chapter 26. Of the Church

1. The catholic or universal church, which (with respect to the internal work of the Spirit and truth of grace) may be called invisible, consists of the whole number of the elect, that have been, are, or shall be gathered into one, under Christ, the head thereof; and is the spouse, the body, the fulness of him that fills all in all. 1
 

1. Hebrews 12:23; Colossians 1:18; Ephesians 1:10, 22-23, 5:23, 27, 32

2. All persons throughout the world, professing the faith of the gospel, and obedience unto God by Christ according unto it, not destroying their own profession by any errors everting the foundation, or unholiness of conversation, are and may be called visible saints; 2 and of such ought all particular congregations to be constituted. 3
 

2. 1 Corinthians 1:2; Acts 11:26
3. Romans 1:7; Ephesians 1:20-22

3. The purest churches under heaven are subject to mixture and error; 4 and some have so degenerated as to become no churches of Christ, but synagogues of Satan; 5 nevertheless Christ always has had, and ever shall have a kingdom in this world, to the end thereof, of such as believe in him, and make profession of his name. 6
 

4. 1 Corinthians 5; Revelation 2-3
5. Revelation 18:2; 2 Thessalonians 2:11-12
6. Matthew 16:18; Psalms 72:17, 102:28; Revelation 12:17

4. The Lord Jesus Christ is the Head of the church, in whom, by the appointment of the Father, all power for the calling, institution, order or government of the church, is invested in a supreme and sovereign manner; 7 neither can the Pope of Rome in any sense be head thereof, but is that antichrist, that man of sin, and son of perdition, that exalts himself in the church against Christ, and all that is called God; whom the Lord shall destroy with the brightness of his coming. 8

7. Colossians 1:18; Matthew 28:18-20; Ephesians 4:11-12
8. 2 Thessalonians 2:2-9

5. In the execution of this power wherewith he is so intrusted, the Lord Jesus calls out of the world unto himself, through the ministry of his word, by his Spirit, those that are given unto him by his Father, 9 that they may walk before him in all the ways of obedience, which he prescribes to them in his word. 10 Those thus called, he commands to walk together in particular societies, or churches, for their mutual edification, and the due performance of that public worship, which he requires of them in the world. 11

9. John 10:16; John 12:32
10. Matthew 28:20
11. Matthew 18:15-20

6. The members of these churches are saints by calling, visibly manifesting and evidencing (in and by their profession and walking) their obedience unto that call of Christ; 12 and do willingly consent to walk together, according to the appointment of Christ; giving up themselves to the Lord, and one to another, by the will of God, in professed subjection to the ordinances of the Gospel. 13

12. Romans 1:7; 1 Corinthians 1:2
13. Acts 2:41-42, 5:13-14; 2 Corinthians 9:13

7. To each of these churches therefore gathered, according to his mind declared in his word, he has given all that power and authority, which is in any way needful for their carrying on that order in worship and discipline, which he has instituted for them to observe; with commands and rules for the due and right exerting, and executing of that power. 14

14. Matthew 18:17-18; 1 Corinthians 5:4-5, 5:13, 2 Corinthians 2:6-8

8. A particular church, gathered and completely organized according to the mind of Christ, consists of officers and members; and the officers appointed by Christ to be chosen and set apart by the church (so called and gathered), for the peculiar administration of ordinances, and execution of power or duty, which he intrusts them with, or calls them to, to be continued to the end of the world, are bishops or elders, and deacons. 15

15. Acts 20:17, 28; Philemon 1:1

9. The way appointed by Christ for the calling of any person, fitted and gifted by the Holy Spirit, unto the office of bishop or elder in a church, is, that he be chosen thereunto by the common suffrage of the church itself; 16 and solemnly set apart by fasting and prayer, with imposition of hands of the eldership of the church, if there be any before constituted therein; 17 and of a deacon that he be chosen by the like suffrage, and set apart by prayer, and the like imposition of hands. 18

16. Acts 14:23
17. 1 Timothy 4:14
18. Acts 6:3, 5-6

10. The work of pastors being constantly to attend the service of Christ, in his churches, in the ministry of the word and prayer, with watching for their souls, as they that must give an account to Him; 19 it is incumbent on the churches to whom they minister, not only to give them all due respect, but also to communicate to them of all their good things according to their ability, 20 so as they may have a comfortable supply, without being themselves entangled in secular affairs; 21 and may also be capable of exercising hospitality towards others; 22 and this is required by the law of nature, and by the express order of our Lord Jesus, who has ordained that they that preach the Gospel should live of the Gospel. 23

19. Acts 6:4; Hebrews 13:17
20. 1 Timothy 5:17-18; Galatians 6:6-7
21. 2 Timothy 2:4
22. 1 Timothy 3:2
23. 1 Corinthians 9:6-14

11. Although it be incumbent on the bishops or pastors of the churches, to be instant in preaching the word, by way of office, yet the work of preaching the word is not so peculiarly confined to them but that others also gifted and fitted by the Holy Spirit for it, and approved and called by the church, may and ought to perform it. 24

24. Acts 11:19-21; 1 Peter 4:10-11

12. As all believers are bound to join themselves to particular churches, when and where they have opportunity so to do; so all that are admitted unto the privileges of a church, are also under the censures and government thereof, according to the rule of Christ. 25

25. 1 Thessalonians 5:14; 2 Thessalonians 3:6, 14-15

13. No church members, upon any offence taken by them, having performed their duty required of them towards the person they are offended at, ought to disturb any church-order, or absent themselves from the assemblies of the church, or administration of any ordinances, upon the account of such offence at any of their fellow members, but to wait upon Christ, in the further proceeding of the church. 26

26. Matthew 18:15-17; Ephesians 4:2-3

14. As each church, and all the members of it, are bound to pray continually for the good and prosperity of all the churches of Christ, 27 in all places, and upon all occasions to further every one within the bounds of their places and callings, in the exercise of their gifts and graces, so the churches, when planted by the providence of God, so as they may enjoy opportunity and advantage for it, ought to hold communion among themselves, for their peace, increase of love, and mutual edification. 28

27. Ephesians 6:18; Psalms 122:6
28. Romans 16:1-2; 3 John 8-10

15. In cases of difficulties or differences, either in point of doctrine or administration, wherein either the churches in general are concerned, or any one church, in their peace, union, and edification; or any member or members of any church are injured, in or by any proceedings in censures not agreeable to truth and order: it is according to the mind of Christ, that many churches holding communion together, do, by their messengers, meet to consider, and give their advice in or about that matter in difference, to be reported to all the churches concerned; 29 howbeit these messengers assembled, are not intrusted with any church-power properly so called; or with any jurisdiction over the churches themselves, to exercise any censures either over any churches or persons; or to impose their determination on the churches or officers. 30

29. Acts 15:2, 4, 6, 22-23, 25
30. 2 Corinthians 1:24; 1 John 4:1

Chapter 27. Of the Communion of Saints

1. All saints that are united to Jesus Christ, their head, by his Spirit, and faith, although they are not made thereby one person with him, have fellowship in his graces, sufferings, death, resurrection, and glory; 1 and, being united to one another in love, they have communion in each others gifts and graces, 2 and are obliged to the performance of such duties, public and private, in an orderly way, as do conduce to their mutual good, both in the inward and outward man. 3
 

1. 1 John 1:3; John 1:16; Philippians 3:10; Romans 6:5-6
2. Ephesians 4:15-16; 1 Corinthians 12:7, 3:21-23
3. 1 Thessalonians 5:11, 14; Romans 1:12; 1 John 3:17-18; Galatians 6:10

2. Saints by profession are bound to maintain a holy fellowship and communion in the worship of God, and in performing such other spiritual services as tend to their mutual edification; 4 as also in relieving each other in outward things according to their several abilities, and necessities; 5 which communion, according to the rule of the gospel, though especially to be exercised by them, in the relation wherein they stand, whether in families, 6 or churches, 7 yet, as God offers opportunity, is to be extended to all the household of faith, even all those who in every place call upon the name of the Lord Jesus; nevertheless their communion one with another as saints, does not take away or infringe the title or propriety which each man has in his goods and possessions. 8
 

4. Hebrews 10:24-25, 3:12-13
5. Acts 11:29-30
6. Ephesians 6:4
7. 1 Corinthians 12:14-27
8. Acts 5:4; Ephesians 4:28

Chapter 28. Of Baptism and the Lord's Supper

1. Baptism and the Lord's Supper are ordinances of positive and sovereign institution, appointed by the Lord Jesus, the only lawgiver, to be continued in his church to the end of the world. 1
 

1. Matthew 28:19-20; 1 Corinthians 11:26

2. These holy appointments are to be administered by those only who are qualified and thereunto called, according to the commission of Christ. 2
 

2. Matthew 28:19; 1 Corinthians 4:1

Chapter 29. Of Baptism

1. Baptism is an ordinance of the New Testament, ordained by Jesus Christ, to be unto the party baptized, a sign of his fellowship with him, in his death and resurrection; of his being engrafted into him; 1 of remission of sins; 2 and of giving up into God, through Jesus Christ, to live and walk in newness of life. 3
 

1. Romans 6:3-5; Colossians 2:12; Galatians 3:27
2. Mark 1:4; Acts 22:16
3. Romans 6:4

2. Those who do actually profess repentance towards God, faith in, and obedience to, our Lord Jesus Christ, are the only proper subjects of this ordinance. 4
 

4. Mark 16:16; Acts 8:36-37, 2:41, 8:12, 18:8

3. The outward element to be used in this ordinance is water, wherein the party is to be baptized, in the name of the Father, and of the Son, and of the Holy Spirit. 5
 

5. Matthew 28:19-20; Acts 8:38

4. Immersion, or dipping of the person in water, is necessary to the due administration of this ordinance. 6

6. Matthew 3:16; John 3:23

Chapter 30. Of the Lord's Supper

1. The supper of the Lord Jesus was instituted by him the same night wherein he was betrayed, to be observed in his churches, unto the end of the world, for the perpetual remembrance, and showing to all the world the sacrifice of himself in his death, 1 confirmation of the faith of believers in all the benefits thereof, their spiritual nourishment, and growth in him, their further engagement in, and to all duties which they owe to him; and to be a bond and pledge of their communion with him, and with each other. 2
 

1. 1 Corinthians 11:23-26
2. 1 Corinthians 10:16-17, 21

2. In this ordinance Christ is not offered up to his Father, nor any real sacrifice made at all for remission of sin of the quick or dead, but only a memorial of that one offering up of himself by himself upon the cross, once for all; 3 and a spiritual oblation of all possible praise unto God for the same. 4 So that the popish sacrifice of the mass, as they call it, is most abominable, injurious to Christ's own sacrifice the alone propitiation for all the sins of the elect.
 

3. Hebrews 9:25-26, 28
4. 1 Corinthians 11:24; Matthew 26:26-27

3. The Lord Jesus hath, in this ordinance, appointed his ministers to pray, and bless the elements of bread and wine, and thereby to set them apart from a common to a holy use, and to take and break the bread; to take the cup, and, they communicating also themselves, to give both to the communicants. 5
 

5. 1 Corinthians 11:23-26, etc.

4. The denial of the cup to the people, worshipping the elements, the lifting them up, or carrying them about for adoration, and reserving them for any pretended religious use, are all contrary to the nature of this ordinance, and to the institution of Christ. 6

6. Matthew 26:26-28, 15:9; Exodus 20:4-5

5. The outward elements in this ordinance, duly set apart to the use ordained by Christ, have such relation to him crucified, as that truly, although in terms used figuratively, they are sometimes called by the names of the things they represent, in other words, the body and blood of Christ, 7 albeit, in substance and nature, they still remain truly and only bread and wine, as they were before. 8

7. 1 Corinthians 11:27
8. 1 Corinthians 11:26-28

6. That doctrine which maintains a change of the substance of bread and wine, into the substance of Christ's body and blood, commonly called transubstantiation, by consecration of a priest, or by any other way, is repugnant not to Scripture alone, 9 but even to common sense and reason, overthrows the nature of the ordinance, and has been, and is, the cause of manifold superstitions, yea, of gross idolatries. 10

9. Acts 3:21; Luke 14:6, 39
10. 1 Corinthians 11:24-25

7. Worthy receivers, outwardly partaking of the visible elements in this ordinance, do then also inwardly by faith, really and indeed, yet not carnally and corporally, but spiritually receive, and feed upon Christ crucified, and all the benefits of his death; the body and blood of Christ being then not corporally or carnally, but spiritually present to the faith of believers in that ordinance, as the elements themselves are to their outward senses. 11

11. 1 Corinthians 10:16, 11:23-26

8. All ignorant and ungodly persons, as they are unfit to enjoy communion with Christ, so are they unworthy of the Lord's table, and cannot, without great sin against him, while they remain such, partake of these holy mysteries, or be admitted thereunto; 12 yea, whosoever shall receive unworthily, are guilty of the body and blood of the Lord, eating and drinking judgment to themselves. 13

12. 2 Corinthians 6:14-15
13. 1 Corinthians 11:29; Matthew 7:6

Chapter 31. Of the State of Man after Death, and of the Resurrection of the Dead

1. The bodies of men after death return to dust, and see corruption; 1 but their souls, which neither die nor sleep, having an immortal subsistence, immediately return to God who gave them. 2 The souls of the righteous being then made perfect in holiness, are received into paradise, where they are with Christ, and behold the face of God in light and glory, waiting for the full redemption of their bodies; 3 and the souls of the wicked are cast into hell; where they remain in torment and utter darkness, reserved to the judgment of the great day; 4 besides these two places, for souls separated from their bodies, the Scripture acknowledgeth none.
 

1. Genesis 3:19; Acts 13:36
2. Ecclesiastes 12:7
3. Luke 23:43; 2 Corinthians 5:1, 6, 8; Philemon 1:23; Hebrews 12:23
4. Jude 6-7; 1 Peter 3:19; Luke 16:23-24

2. At the last day, such of the saints as are found alive, shall not sleep, but be changed; 5 and all the dead shall be raised up with the selfsame bodies, and none other; 6 although with different qualities, which shall be united again to their souls forever. 7
 

5. 1 Corinthians 15:51, 52; 1 Thessalonians 4:17
6. Job 19:26-27
7. 1 Corinthians 15:42-43

3. The bodies of the unjust shall, by the power of Christ, be raised to dishonour; the bodies of the just, by his Spirit, unto honour, and be made conformable to his own glorious body. 8
 

8. Acts 24:15; John 5:28-29; Philippians 3:21​​​

Chapter 32. Of the Last Judgment

1. God has appointed a day wherein he will judge the world in righteousness, by Jesus Christ; 1 to whom all power and judgment is given of the Father; in which day, not only the apostate angels shall be judged, 2 but likewise all persons that have lived upon the earth shall appear before the tribunal of Christ, to give an account of their thoughts, words, and deeds, and to receive according to what they have done in the body, whether good or evil. 3
 

1. Acts 17:31; John 5:22, 27
2. 1 Corinthians 6:3; Jude 6
3. 2 Corinthians 5:10; Ecclesiastes 12:14; Matthew 12:36; Romans 14:10, 12; Matthew 25:32-46

2. The end of God's appointing this day, is for the manifestation of the glory of his mercy, in the eternal salvation of the elect; and of his justice, in the eternal damnation of the reprobate, who are wicked and disobedient; 4 for then shall the righteous go into everlasting life, and receive that fulness of joy and glory with everlasting rewards, in the presence of the Lord; but the wicked, who do not know God, and do not obey the gospel of Jesus Christ, shall be cast aside into everlasting torments, 5 and punished with everlasting destruction, from the presence of the Lord, and from the glory of his power. 6
 

4. Romans 9:22-23
5. Matthew 25:21, 34; 2 Timothy 4:8
6. Matthew 25:46; Mark 9:48; 2 Thessalonians 1:7-10

3. As Christ would have us to be certainly persuaded that there shall be a day of judgment, both to deter all men from sin, 7 and for the greater consolation of the godly in their adversity, 8 so will he have the day unknown to men, that they may shake off all carnal security, and be always watchful, because they know not at what hour the Lord will come, 9 and may ever be prepared to say, Come Lord Jesus; come quickly. 10 Amen.
 

7. 2 Corinthians 5:10-11
8. 2 Thessalonians 1:5-7
9. Mark 13:35-37; Luke 12:35-40
10. Revelation 22:20​​​

Διεθνής Βιβλική Εκκλησία Αγίας Τριάδας

+30 694 679 4658

nseferiadis@actsseventeen.com

Χελντράιχ 37, Αθήνα 117 45, Ελλάδα

  • Instagram
  • White YouTube Icon
  • White Facebook Icon
bottom of page